3.10.12

αριστούργημα αγνώστου καλλιτέχνη

Ένα απόκοσμο ρέκβιεμ, σύνθεση του κόσμου που κανείς δεν θέλει ν'αντικρίσει. Μία μουσική που δεν ακούγεται από μεγάφωνα, που ακούγεται στον αέρα. Μια τόσο όμορφη, και τόσο ανατριχιαστικά υπέροχη μελωδία για μια σφαίρα που αστόχησε.
Ένας ξερός κρότος, κι έπειτα τίποτα. Τα θραύσματα ενός πληγωμένου ονείρου έπεσαν κάτω τόσο αθόρυβα, χωρίς κανείς να το καταλάβει, χωρίς κανείς να νοιαστεί. Μονάχα εκείνο το θλιβερό ρέκβιεμ έμεινε για να θυμίζει σ'όσους μπορούν και το ακούν', πως κάπου, κάποτε, ένα πραγματικό όνειρο στ'αλήθεια υπήρχε.
Δίχως σύσταση, και δίχως σώμα, εκείνο το όνειρο ήταν η ίδια η ζωή, ένα κατακόκκινο λουλούδι που φύτρωσε μέσα από τις στάχτες. Κανείς ποτέ δεν θαύμασε την άυλη ομορφιά του, και κανείς ποτέ δεν κατάφερε να μάθει τον χορό του. Μια ομορφιά, που της έμελλε να ξεχαστεί πριν καν γίνει αντιληπτή. Κι αφού κανείς ποτέ δεν το'νοιωσε, το δικό του όνειρο γεννήθηκε για να μείνει καταδικασμένο, να το φρουρεί η δικιά του αφάνεια, τόσο μα τόσο εξαναγκαστική, και τρομερή, τόσο τρομερή όπως ο ίδιος ο φόβος.

"Μαύρο, απόλυτο μαύρο. Και άσπρο, τόσο εκτυφλωτικά λευκό. Αντίθετα δημιουργήματα, η μέρα κι η νύχτα, ή η νύχτα κι η μέρα. Τόσο διαφορετικά, και τόσο όμοια, τόσο τέλεια, η πιο γλυκιά αρμονία. Μια εικόνα δίχως σκιές, μια μπερδεμένη, και ανεπαίσθητα κατανοήσιμη ζωγραφιά, ένα αριστούργημα άγνωστου καλλιτέχνη. Σαν δυο κρυφοί, και μυστικά φανεροί εραστές, ερωτευμένοι όπως ο ήλιος με τη μέρα, και το φεγγάρι με την νύχτα. Δυο υπάρξεις, που τίποτε δεν χωρίζει, τίποτα εκτός από την λησμονιά. Τη λησμονιά ενός ολάκερου, ανεξερεύνητου κόσμου, προϊόν της ματαιοδοξίας του ανθρώπου για μια σάπια τελειότητα. Μια τελειότητα βυθισμένη στο αλκοόλ και την πρέζα. Ένα ξεχασμένο παραμύθι, που ουδέποτε έχει ειπωθεί, που όλοι φοβούνται να προφέρουν. Σκληρά χαμόγελα και σκοτεινά μάτια, χωρίς ίχνος λευκού. Και μάσκες, ω αυτές οι μάσκες. Τόσο απρόσωπες, όσο και τα πρόσωπα που τις φορούν. Άδειοι καθρέπτες, ανίκανοι να προβάλλουν την ασχήμια μιας κενής, τόσο κενής ψυχής. Και ολοένα και πιο γρήγορα, με καταιγιστικό ρυθμό που σου φέρνει ίλιγγο, το όνειρο ενός κατεστραμμένου ονείρου, μετατρέπεται σε εφιάλτης. Ένας εφιάλτης που σε κάνει να θέλεις να ουρλιάξεις..."


...Κάτι κάτω απ'τα σκεπάσματα μετακινήθηκε, κι ένα καταϊδρωμένο πρόσωπο φάνηκε αχνά πίσω απ'το σκοτάδι της σιωπηλής νύχτας. Η φωνή μεσ'στο μυαλό του είχε σταματήσει, ίσως ήταν όνειρο. Μα εκείνος ήξερε, ήξερε πως ήταν κάτι παραπάνω απ'αυτό, ήταν η ίδια του η φύση, μια ξεχασμένη φύση που σιγά σιγά έκανε την εμφάνιση της με τη μορφή μιας αφύσικης νηνεμίας. Μίας νηνεμίας πριν από την καταιγίδα...