24.7.13

χαμένη ταυτότητα

"Τύψεις, εκείνες ήταν που τον κατέτρωγαν. Πύρινα κύματα, καυτά κι επιθετικά. Και τόσο μα τόσο φωτεινά που τον έκαναν να κλείνει τα μάτια του σφιχτά, να νομίζει πως αν δεν το έκανε θα πεταγόντουσαν έξω από τις κόγχες τους. Κι εκείνες οι εικόνες.. Τόσο εθιστικές, σαν συλλογή αποκρουστικών έργων τέχνης. Τον ερέθιζαν και ταυτόχρονα τον τρόμαζαν.. Μία αχαλίνωτη, άγρια ομορφιά που ο ίδιος δεν μπορούσε να τιθασεύσει από την στιγμή που τον μάγευε με την απαράμιλλη γοητεία της. Κάθε του δουλειά ένα ναρκωτικό ισχυρότερο από το προηγούμενο, ένας καταλύτης που ορμούσε σαν άγριο θηρίο μέσα στις φλέβες του και γινόταν ένα με το αίμα που κυλούσε σ’αυτές. Την πρώτη φορά δεν έγινε επίτηδες, ήταν φυσικό ταλέντο, έτσι του ψιθύρισαν. Κι εκείνος τους πίστεψε, πάντα τους πίστευε.. Είχε παραλύσει εκείνη την πρώτη φορά, νόμισε πως ήταν από τον αποτροπιασμό που ένιωθε για τον ίδιο` μα δεν ήταν έτσι. Ήταν η πρωτόγνωρη αυτή γλυκιά μέθη της ηδονής που τον είχε καθηλώσει. Κι έπειτα τα είδε όλα πεντακάθαρα, λες κι ο κόσμος έγινε ξαφνικά πιο διαυγής. Ξέχασε τη βροχή που τον έλουζε, ξέχασε και τον αέρα που λυσσομανούσε, εκείνη τη στιγμή αυτός ήταν πιο δυνατός, πιο απόλυτος κι από τη σκοτεινιά της νύχτας. Και γιατί όχι έξαλλου; Την είχε κοιτάξει στα μάτια, ένα λεπτό πριν αυτά σκοτεινιάσουν. Το σκοτάδι το έβρισκε πάντα όμορφο, εκεί είναι όλοι το ίδιο` κανείς δεν προσέχει τις δυσμορφίες σου. Μα εκείνη τις είχε προσέξει, και τις είχε χλευάσει. Τον είχε χλευάσει. Έκλεινε τα μάτια του και μπορούσε να δει το περιπαικτικό της χαμόγελο, μα όχι πλέον..όχι. Τώρα έκλεινε τα μάτια του κι έβλεπε μονάχα τη γαλήνη της σιωπής της, την απολογία της προς εκείνον. Και του άρεσε. Σε ποιόν δεν αρέσει η δικαίωση; Κι έπειτα ήρθε η δεύτερη, και η τρίτη, και μετά η τέταρτη, η πέμπτη.. Μα τίποτε πια δεν έγινε από λάθος. Οι σχεδιασμοί του, όλο και πιο προσεκτικοί, η ευχαρίστηση του πιο μεγάλη. Ήταν όλα όμορφα, όπως τα λευκά τριαντάφυλλα που τόσο του άρεσαν. Το καυτό αίμα κάτω από την πάλλευκη επιδερμίδα τους, τόσο ζωηρό, τα ατίθασα μαλλιά τους, λυτά κι εβένινα. Η θέρμη του κορμιού τους, τόσο εύθραυστη` σαν ένα κρυστάλλινο γοβάκι. Αυτό του θύμιζε κι η ανθρώπινη αθωότητα, η νιότη, η ομορφιά.. Είχε δύναμη.. Έτσι του έλεγαν, κι εκείνος τους άκουγε, και δε μιλούσε. Είχε κάτι στα χέρια του, κι εκείνος μονάχα μπορούσε να αποφασίσει πότε θα το συνθλίψει. Καμιά ανώτερη δύναμη, καμία αόρατη και άυλη παρουσία δεν μετρούσε για'κείνον. Ήταν Θεός, δεν έπαιρνε πια διαταγές. Ήταν όμορφος, και το φεγγάρι δεν είχε τη λάμψη του ήλιου, δεν μπορούσε να προδώσει τις ουλές του.. «Είμαι ευτυχισμένος.»"

Λουσμένος στον ιδρώτα, ο αστυνόμος, σαν να συνήλθε μόλις από κάποιο λήθαργο, πάσχιζε να αλλάξει το "εγώ" στο κείμενο που έγραψαν οι φωνές για’κείνον. Δεν ήταν αυτός, όχι. Κάποιο λάθος θα έκαναν.. Μα όχι, οι φωνές δεν κάνουν ποτέ λάθος.. Ή μήπως κάνουν; Ναι, ήταν όλα λάθος` αυτός απλά έπρεπε να πιάσει το δολοφόνο…

28.3.13

χυδάια αθωότητα

  Της είπαν πως δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Την είπαν αλλόκοτη. Είχε πολλά πρόσωπα είπαν, μα δεν πρόσεξαν ότι στα μάτια της ο καθένας έβλεπε ολόκληρο τον κόσμο.
Είχε όνειρα, προσπάθησαν να της τα καταστρέψουν.
Την περιγέλασαν, την εξευτέλισαν..Την μίσησαν και την ερωτεύτηκαν.
Δεν κατάφεραν να την κάνουν να σιωπήσει, γιατί ακόμη κι η σιωπή της ακουγόταν πιο δυνατά από τις οργισμένες κραυγές τους.
  Την πολέμησαν και τους αγκάλιασε, την μείωσαν και την έκαναν πιο ισχυρή. Δε φοβήθηκαν να την κατευθύνουν κι εκείνη δε φοβήθηκε να τους κοιτάξει στα μάτια. Ω αυτά τα μάτια!
Πανίσχυρα κι αδύναμα. Τρυφερά κι ανελέητα, ευτυχισμένα μα γεμάτα δάκρυα. Γαλανά σαν τον ουρανό, σκούρα σαν τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, καστανά όπως τα βουνά, λαμπερά σαν τον ήλιο, πολύχρωμα σαν τα λουλούδια..Και χλωμά, χλωμά όπως το φεγγάρι.
  Αυτό το φεγγάρι! ο κρυφός εραστής της. Κάτω απ'το άγρυπνο του βλέμμα ήταν που πρώτη της φορά έζησε..Έζησε! Γέλασε, δάκρυσε, έκλαψε, φώναξε..κι έπειτα τραγούδησε. Τόσο, μα τόσο όμορφα!...
Κι έκτοτε όλοι την πρόσεξαν, όλοι την κοίταξαν. Με χαρά, μίσος, χαιρεκακία, λύπη και συγκίνηση..Ή απλά την κοίταξαν τόσο κενά... Και τότε δεν μπορούσε να φανταστεί. Δεν μπορούσε να φανταστεί πως εκείνη θα γέμιζε μάτια κενά με το δικό της πάθος, τη δική της αγάπη.
  Την απέρριψαν και τους κοίταξε μ'ένα βλέμμα χυδαίο. Μα μέσα σ'αυτό το μόνο που καθρεπτιζόταν ήταν η αθωότητα..Κι εκείνη η χυδαία αθωότητα ήταν που ερωτεύτηκα. 
Δεν έβγαλε ποτέ τη μάσκα της, μα όλοι ξέρουν τι κρύβεται πίσω από αυτή: μια ιδέα. Και οι ιδέες είναι αθάνατες..
Υπήρξε νηφάλια ή πνιγμένη στο αλκοόλ..Σε στιγμές τρυφερές ή σε άλλες άγριου οργασμού. Περιπλανήθηκε, χάθηκε και ξαναβρέθηκε..Μα ποτέ δεν εγκατέλειψε..
  Της είπαν πως δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Κι όμως, τα κατάφερε.

"Never stop singing, for you are the music we all love, you are life, death, love, hate..You are everything. "




12.3.13

στην αποβάθρα του χρόνου#



"Ο χρόνος περνάει. Μεγαλώνω. Όλοι μεγαλώνουμε, όλοι αλλάζουμε.."


 Ουρλιάζω μπροστά απ'το τρένο που φεύγει, ξέρω πως δεν θα γυρίσει. Όπως και η αθωότητα άλλωστε, έρχεται μία φορά.
  Δεν έχει γυναίκες να κουνούν μαντίλια στην αποβάθρα. Δεν έχει οικογένειες που συναντώνται μετά από καιρό. Ο ουρανός όμως είναι ίδιος. Ίδιος και διαφορετικός. Το Φεγγάρι κι ο Ήλιος δεν τον εγκατέλειψαν, ούτε τ'Αστέρια. Μόνο που το χαμόγελο τους έχει αλλάξει. Είναι ζωηρό και πρόστυχο, γαλήνιο και χυδαίο, φοβισμένο και προκλητικό. 
Είναι όμορφο όμως, έτσι δεν είναι;

Η μελαγχολία για το χθες ξεθωριάζει, δεν έχει θέση στις σελίδες του αύριο, στο χορό του σήμερα. 'Η μήπως έχει; Και μήπως δεν το λένε πια "Μελαγχολία" αλλά "Ζωή"; Ζωή που μένει, δε φτερουγίζει μακρυά για να γλιτώσει, μένει και είναι ελεύθερη να το επιλέξει.

Φωτογραφίες υπάρχουν μα χάνονται, το μελάνι είναι ορατό μα ξεθυμαίνει, και η Ζωή στέκει πια μόνη στην αποβάθρα. Δεν κουνάει σε κάποιον το μαντίλι, δεν κάνει νόημα με το κεφάλι. Ετοιμάζεται να επιβιβαστεί στο τρένο, το πρόλαβε τελικά πριν φύγει. Δεν έχει αποσκευές, μόνο ένα υπέροχο χαμόγελο, οδηγό της στο αύριο, δυο κατακόκκινα μάγουλα, συμμάχους της στο σήμερα, και δυο μεγάλα μάτια, γεμάτα δάκρυα, καθρέπτες του χθες.
  Αυτή λοιπόν είναι η Ζωή, το σήμερα, το χθες, το αύριο, η Δευτέρα που πέρασε και η Παρασκευή που κοντοζυγώνει, εγώ, εσύ, αυτός, εμείς... Κοιτά τα σύννεφα που σιγά σιγά σκορπούν και ανεβαίνει στο τρένο.


"Ήρθε η ώρα να πετάξω...."



30.1.13

πύρινα άνθη*

  Βάζω μια καρέκλα μπροστά στο τζάκι..Οι φλόγες, σαν πύρινες γλώσσες αγκαλιάζουν τα ξύλα, τους από καιρό χαμένους εραστές τους..Υπάρχει πράγματι τίποτε πιο όμορφο από τον ναρκωτικό χορό τους;
Σαγηνευτικές, πανέμορφες, αμόλυντες και αθάνατες. Ποιος άραγε θα τολμούσε ποτέ ν'αμφισβητήσει τη μαγεία της φωτιάς; Η κάθε φλόγα που εκείνη απελευθερώνει, πανίσχυρη και τρομερή της θυγατέρα.. 
  Τα μάτια μου καίνε και μέσα σ'αυτά καθρεπτίζεται πια μονάχα η ασφυκτική ζωντάνια, η υπέροχη δύναμη της φωτιάς. Γεννημένη να τραγουδάει τους ναρκισσιστικούς σκοπούς της και να αιχμαλωτίζει κάθε τι αντικρίσει τη λάμψη της. Όμορφη, καταστρεπτική, ζεστή, και ταυτόχρονα ψυχρή. Ποια είναι η φύση της; Ούτε η ίδια το γνωρίζει. 
  Στάθηκε άραγε ποτέ κανείς ν'αφουγκραστεί την σφυριχτή της ανάσα, να νιώσει τους παλμούς της; Είναι κι εκείνη ζωντανή, πιο ζωντανή από κάθε τι που υπερηφανεύεται το προτέρημα του να έχει καρδιά. Όπως ακριβώς κι ο ήλιος, διατηρεί το μυστήριο της και τιμωρεί όσους επιχειρούν να την αγγίξουν, να τη φυλακίσουν. Είναι όμορφη, είναι άγρια κι είναι ελεύθερη. Είναι μια αιθέρια ύπαρξη που λίγοι εκτιμούν. Μα...πώς μπορεί κανείς να μη δει την ομορφιά της;
  Τα ξύλα, τα γράμματα ξεχασμένων φίλων, τα απομνημονεύματα λησμονημένων χρόνων, όλα θρηνούν σαν βρίσκονται στις θερμές της αγκάλες. Ουρλιάζουν σε μια γλώσσα που το ανθρώπινο αυτί ποτέ δεν θα μπορέσει να καταλάβει. Παραδίδονται σ'εκείνη, στην ερωμένη που τόσο αγάπησαν, τόσο πόθησαν και τόσο μίσησαν.. 
  Ποιος να το πίστευε, πως η βίαιη φύση της φωτιάς θα έδινε μια εικόνα τόσο όμορφη, σαν να΄ταν ζωγραφισμένη απ΄το χέρι ενός ονείρου.. Όνειρο είναι κι η φωτιά, μόνο που κανείς δεν θυμάται πια να το ερμηνεύσει. Ένα όνειρο, στο οποίο θα παρέδιδα την ψυχή μου, τη ζωή μου, την καρδιά μου. 
  Μα ακόμη κι όταν η ώρα περάσει, και οι φλόγες του τζακιού αρχίζουν να σβήνουν, κι οι στάχτες που εκείνη άφησε στο πέρασμα της ξεμακραίνουν, κάπου, ναι κάπου εκεί έξω, οι θυγατέρες της φωτιάς θα δώσουν για άλλη μια φορά την πιο σαγηνευτική τους παράσταση, για να μαγέψουν για άλλη μια φορά.. 
  Η φωτιά που ανάβει ένα σπίρτο ή ένας αναπτήρας, μπορεί να σβήνει..Οι καρδιές των ανθρώπων εύκολα μπορεί να διαφθείρονται, μα η φλόγα που φωλιάζει μέσα τους θα συνεχίσει να αναζωπυρώνεται, θα συνεχίσει να καίει, να μαγεύει, να ζει...και ποτέ, μα ποτέ, δεν θα ξεχάσει τα βήματα του χορού της, ενός χορού που κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να ξεχάσει, ενός χορού που ποτέ κανείς δεν θα μπορέσει να γνωρίσει, και ποτέ δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει.. Τα άνθη της, θα συνεχίσουν αιώνια ν'ανθίζουν, ακόμη κι όταν μέχρι και η τελευταία γόνιμη πεδιάδα σ'αυτόν τον κόσμο μετατραπεί σε έρημο....