28.3.13

χυδάια αθωότητα

  Της είπαν πως δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
Την είπαν αλλόκοτη. Είχε πολλά πρόσωπα είπαν, μα δεν πρόσεξαν ότι στα μάτια της ο καθένας έβλεπε ολόκληρο τον κόσμο.
Είχε όνειρα, προσπάθησαν να της τα καταστρέψουν.
Την περιγέλασαν, την εξευτέλισαν..Την μίσησαν και την ερωτεύτηκαν.
Δεν κατάφεραν να την κάνουν να σιωπήσει, γιατί ακόμη κι η σιωπή της ακουγόταν πιο δυνατά από τις οργισμένες κραυγές τους.
  Την πολέμησαν και τους αγκάλιασε, την μείωσαν και την έκαναν πιο ισχυρή. Δε φοβήθηκαν να την κατευθύνουν κι εκείνη δε φοβήθηκε να τους κοιτάξει στα μάτια. Ω αυτά τα μάτια!
Πανίσχυρα κι αδύναμα. Τρυφερά κι ανελέητα, ευτυχισμένα μα γεμάτα δάκρυα. Γαλανά σαν τον ουρανό, σκούρα σαν τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, καστανά όπως τα βουνά, λαμπερά σαν τον ήλιο, πολύχρωμα σαν τα λουλούδια..Και χλωμά, χλωμά όπως το φεγγάρι.
  Αυτό το φεγγάρι! ο κρυφός εραστής της. Κάτω απ'το άγρυπνο του βλέμμα ήταν που πρώτη της φορά έζησε..Έζησε! Γέλασε, δάκρυσε, έκλαψε, φώναξε..κι έπειτα τραγούδησε. Τόσο, μα τόσο όμορφα!...
Κι έκτοτε όλοι την πρόσεξαν, όλοι την κοίταξαν. Με χαρά, μίσος, χαιρεκακία, λύπη και συγκίνηση..Ή απλά την κοίταξαν τόσο κενά... Και τότε δεν μπορούσε να φανταστεί. Δεν μπορούσε να φανταστεί πως εκείνη θα γέμιζε μάτια κενά με το δικό της πάθος, τη δική της αγάπη.
  Την απέρριψαν και τους κοίταξε μ'ένα βλέμμα χυδαίο. Μα μέσα σ'αυτό το μόνο που καθρεπτιζόταν ήταν η αθωότητα..Κι εκείνη η χυδαία αθωότητα ήταν που ερωτεύτηκα. 
Δεν έβγαλε ποτέ τη μάσκα της, μα όλοι ξέρουν τι κρύβεται πίσω από αυτή: μια ιδέα. Και οι ιδέες είναι αθάνατες..
Υπήρξε νηφάλια ή πνιγμένη στο αλκοόλ..Σε στιγμές τρυφερές ή σε άλλες άγριου οργασμού. Περιπλανήθηκε, χάθηκε και ξαναβρέθηκε..Μα ποτέ δεν εγκατέλειψε..
  Της είπαν πως δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Κι όμως, τα κατάφερε.

"Never stop singing, for you are the music we all love, you are life, death, love, hate..You are everything. "




12.3.13

στην αποβάθρα του χρόνου#



"Ο χρόνος περνάει. Μεγαλώνω. Όλοι μεγαλώνουμε, όλοι αλλάζουμε.."


 Ουρλιάζω μπροστά απ'το τρένο που φεύγει, ξέρω πως δεν θα γυρίσει. Όπως και η αθωότητα άλλωστε, έρχεται μία φορά.
  Δεν έχει γυναίκες να κουνούν μαντίλια στην αποβάθρα. Δεν έχει οικογένειες που συναντώνται μετά από καιρό. Ο ουρανός όμως είναι ίδιος. Ίδιος και διαφορετικός. Το Φεγγάρι κι ο Ήλιος δεν τον εγκατέλειψαν, ούτε τ'Αστέρια. Μόνο που το χαμόγελο τους έχει αλλάξει. Είναι ζωηρό και πρόστυχο, γαλήνιο και χυδαίο, φοβισμένο και προκλητικό. 
Είναι όμορφο όμως, έτσι δεν είναι;

Η μελαγχολία για το χθες ξεθωριάζει, δεν έχει θέση στις σελίδες του αύριο, στο χορό του σήμερα. 'Η μήπως έχει; Και μήπως δεν το λένε πια "Μελαγχολία" αλλά "Ζωή"; Ζωή που μένει, δε φτερουγίζει μακρυά για να γλιτώσει, μένει και είναι ελεύθερη να το επιλέξει.

Φωτογραφίες υπάρχουν μα χάνονται, το μελάνι είναι ορατό μα ξεθυμαίνει, και η Ζωή στέκει πια μόνη στην αποβάθρα. Δεν κουνάει σε κάποιον το μαντίλι, δεν κάνει νόημα με το κεφάλι. Ετοιμάζεται να επιβιβαστεί στο τρένο, το πρόλαβε τελικά πριν φύγει. Δεν έχει αποσκευές, μόνο ένα υπέροχο χαμόγελο, οδηγό της στο αύριο, δυο κατακόκκινα μάγουλα, συμμάχους της στο σήμερα, και δυο μεγάλα μάτια, γεμάτα δάκρυα, καθρέπτες του χθες.
  Αυτή λοιπόν είναι η Ζωή, το σήμερα, το χθες, το αύριο, η Δευτέρα που πέρασε και η Παρασκευή που κοντοζυγώνει, εγώ, εσύ, αυτός, εμείς... Κοιτά τα σύννεφα που σιγά σιγά σκορπούν και ανεβαίνει στο τρένο.


"Ήρθε η ώρα να πετάξω...."