26.11.12

κόκαλα και σάρκα

 Νύχτα.
Ο δυνατός αέρας κάνει τα παραθυρόφυλλα να τρίζουν. 
Μέσα στο δωμάτιο είναι ζεστά, η ατμόσφαιρα πιο μεθυστική κι απ'το πιο δυνατό ποτό.Σεντόνια στο χρώμα του αίματος και δυο κορμιά σφιχταγκαλιασμένατόσο που κανείς θα νόμιζε πως ήταν ένα. Ιδρωμένα σώματα δυο μεθυσμένων εραστών που βούλιαξαν στη θάλασσα του πάθους τους..

 Εκείνη, ολόλευκη σαν το χιόνι  με κατάμαυρα μαλλιά, πιο σκούρα κι από τη νύχτα  που λυτά έφταναν μέχρι τη λεπτή της μέση. Με χείλια κατακόκκινα, μισάνοιχτα  να σχηματίζουν μια βουβή κραυγή ενός ανείπωτου οργασμού.. Κοφτές αισθησιακές ανάσες κι ένα μαγευτικό λίκνισμα, που έκανε τ'αστέρια να ριγήσουν.

Κι εκείνος, με τα πιο όμορφα γαλάζια μάτια, να καθρεφτίζουν το μεγαλείο του πόθου τους. Κολλημένος επάνω στην κατάρα και την προσωποποιημένη σωτηρία του, θα λεγε κανείς πως συμπλήρωναν μια εικόνα ζωγραφισμένη απ'το χέρι του ιδίου του έρωτα..
 Μια μουσική που το ανθρώπινο αυτί έχει ξεχάσει να εντοπίζει, τόσο ταιριαστή, σαν να γράφτηκε ακριβώς για κείνη την ειδυλλιακή στιγμή που κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει πλήρως να αισθανθεί. Το τρίξιμο που αφήνουν οι σανίδες κάτω απ'το βάρος των δύο κρυφών πρεσβευτών του πιο καυστικού πάθους, μέχρι κι αυτό ακούγεται μελωδικό. 
 Εκείνος, ανατριχιάζοντας από τη θέρμη του αγγίγματος της, την αγκαλιάζει όχι γαλήνια, μα με μια βίαιη τρυφερότητα που ελάχιστοι θα αναγνώριζαν ως καρπό ενός ατελείωτου πάθους. Τα χείλια της αργά ανοίγουν και μια γλώσσα φλογισμένη, που κάποτε προσπαθούσε να μιμηθεί τη φωτιά, κάνει αισθητή την παρουσία της, πάνω στο γυμνό κορμί εκείνου που έκλεψε την καρδιά της πιο υπέροχης ύπαρξης που γεννήθηκε ποτέ. Κόκαλα και σάρκα, η γλύκα της πιο θανάσιμης έλξης...

Ξημερώνει, κι είναι η πιο όμορφη αυγή. 
Οι δυο εραστές θα έρθουν σε μια τελευταία παθιασμένη επαφή, προτού οι αιώνιες διαφορές διχάσουν την αρμονία που δημιουργεί η έλξη των ψυχών και των κορμιών τους. Εκείνη καθισμένη μαλακά επάνω στα σεντόνια να κοιτάζει το άλλο της μισό με μάτια γεμάτα δάκρυα πριν τον αποχωρισμό. Τα μάτια εκείνου, στεγνά, χωρίς ούτε ένα δάκρυ, να προβάλλουν ξανά τις στιγμές που εκείνοι έζησαν μαζί. Έχοντας περάσει τα χέρια της γύρω απ'το λαιμό του αγαπημένου της, εκείνη τον φιλάει απαλά και του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί.

"Είμαι η Ζωή, η Αφέντρα του Θανάτου. Κι εσύ είσαι ο Θάνατος, ο Κύριος της Ζωής. Κι η Ζωή είναι η μόνη που μπορεί να νικήσει το Θάνατο, ενώ ο Θάνατος είναι ο μόνος που μπορεί να τερματίσει τη Ζωή. Δεν ανήκουμε μαζί, μας χωρίζει το μυαλό, μας χωρίζουν ποτάμια από δάκρυα, δάκρυα του αποχωρισμού, του αποχωρισμού μας. Συμβαδίζουμε, κι είναι αυτή η κατάρα που μας βαραίνει, να μην μπορούμε ποτέ ν'αγγίξουμε ο ένας το χέρι του άλλου."


Κι εκείνος, κλείνοντας το στόμα της με τα χείλια του, καθώς διαλυόταν στον αιθέρα, της απάντησε ψιθυριστά, τόσο που κανείς άλλος να μην τον ακούσει.


"Μας ενώνει όμως η καρδιά, και μας ενώνουν οι γέφυρες της ψυχής,"

11.11.12

#από το ημερολόγιο ενός μαύρου τριαντάφυλλου

   "...Μια θάλασσα πορφυρή, μια θάλασσα από αίμα, αίμα και χαμένη αθωότητα.
Ένα οξύ πιο καυστικό απ'οτιδήποτε, πιο καυτό απ'τη φωτιά, πιο ψυχρό από τον πάγο, πιο τρομακτικό κι απ'τον φόβο. Ισχυρό σαν τον άνεμο, υψώνεται ως ένα πελώριο κύμα και καταπνίγει κάθε ίχνος λογικής σ'έναν απέραντο κι απύθμενο ωκεανό, σ'ένα βασίλειο από σκέψεις, όπου η παράνοια είναι ο πιο φρικτός κι αιώνιος τύραννος. 
   Είναι οι τύψεις εκείνες που στοιχειώνουν μέχρι και το πιο αγνό κι αμόλυντο χαμόγελο, και το μολύνουν σε σημείο που γίνεται αγνώριστο. Είναι οι άψυχες εκείνες υπάρξεις που κάνουν τα πάντα να δείχνουν τερατόμορφα και απαίσια. Είναι οι φωνές μες το κεφάλι μου, εκείνες οι φωνές που δε μ'αφήνουν μόνη ούτε στιγμή, εκείνοι οι ανατριχιαστικοί ψίθυροι που βρίσκονται μέσα σε κάθε μου λέξη, σε κάθε μου σκέψη, μέσα στο "είναι" μου.
   Κι όλα πια δείχνουν εχθρικά, άγονα και άσχημα. Η ασχήμια τους, τόσο αποκρουστική όσο και η οσμή του θανάτου, της αποσύνθεσης, της διαφθοράς. Στις φλέβες ενός κόσμου σκληρού και κατεστραμμένου δεν κυλά τίποτε παρά αλκοόλ, ανακατεμένο με όπιο και μίσος, μίσος και φθόνο. Το φεγγάρι χλομιάζει κι ο ήλιος σιγά σιγά σβήνει. Δυνάμεις ξεπερασμένες, καταδικασμένες υπό την κυριαρχία του συμφέροντος και της βρόμικης υπερηφάνειας. 
   Οι καθρέπτες ψεύδονται, δείχνουν ψέμματα, όχι την αλήθεια. Παρουσιάζουν μια ομορφιά που δεν υπάρχει, μια ομορφιά τόσο κενή, για να χωρέσει μέσα της την πικρή ασχήμια και να την καλύψει με την τεχνητή της, θλιβερή λάμψη. Γιατί να κοιτάξω εκεί μέσα; αφού ξέρω θα προσπαθήσουν να με πλανέψουν. Ψαλμωδίες των νεκρών, και κραυγές των ζωντανών. Δεν λείπουν από πουθενά, μια αιώνια πάλη της αλήθειας και του ψέματος, του θανάτου και της ζωής. Προτιμώ έναν πραγματικό θάνατο παρά μία ψεύτικη, κενή ζωή. Κι είναι κι εκείνες οι τύψεις, οι τύψεις που δεν μπόρεσα να προστατέψω την ίδια την αγνότητα, που έστειλα στην καταστροφή την πιο καθαρή ομορφιά φοβούμενη ν'αντιμετωπίσω μια προδομένη αγάπη κοιτώντας την κατάματα. Τύψεις για μια δίχως όρους φιλία στην οποία τα αισθήματα αυτοθυσίας δεν κατάφερα να διατηρήσω αμοιβαία. Κι οι τύψεις είναι εκείνες που θα στιγματίζουν την κάθε μου νύχτα, εκείνες που θα σκοτεινιάζουν την κάθε μου μέρα.
   Κι είναι εκείνα τα αόρατα χέρια που κάθε δευτερόλεπτο της ύπαρξης μου προσπαθούν να με πνίξουν, να απαγορεύσουν στον αέρα να δώσει δύναμη στην καρδιά να συνεχίσει να χτυπά. Και δεν είναι αυτό που με κάνει να παγώνω, είναι που εκείνη η καρδιά συνεχίζει να με κρατάει στη ζωή. Κι αυτό ίσως γιατί αρνείται να προδώσει την υπόσχεση που έδωσε εκείνη την τελευταία φορά που στάθηκα μπροστά στο τελευταίο αληθινό κι αγνό κομμάτι που μου υπαγόρευε να ζήσω. Εκείνη την υπόσχεση να ζήσω, για όλα τα όνειρα που πέθαναν γιατί ο κόσμος δεν αντέχει οτιδήποτε αληθινό κι ελεύθερο που δεν ζει βασισμένο στις παραισθήσεις των φαρμάκων και της μοναξιάς. Να ζήσω για όλα εκείνα τα φτερά που τόσο βάναυσα κατέστρεψε ένας ξαφνικός κι απόκοσμος άνεμος, απεσταλμένος του σκοταδιού. Της αλήθειας, μιας αλήθειας που φοβάται να ανταγωνιστεί μια αλήθεια γεμάτη ζωή, γεμάτη ομορφιά. 
   Η αλήθεια δεν μπορεί να είναι μονάχα άσχημα, μπορεί να είναι και όμορφη. Η αλήθεια διαμορφώνεται από εμάς, κι ωστόσο εμείς είμαστε οι μόνοι που δεν το καταλαβαίνουν. Τόσα "για πάντα" που προδόθηκαν, τόσα παραμύθια που μετατράπηκαν σε νυχτερινούς εφιάλτες και τόσα αστέρια που έσβησαν γιατί κανείς πια δεν τα κοιτούσε. Για όλους εκείνους που δεν δέχτηκαν να ζήσουν ως υπηρέτες μιας ψεύτικης, συνθετικής και σάπιας πραγματικότητας, για όλους εκείνους εγώ θα ζήσω. Θα ζήσω για να μην τους αφήσω να ξεχαστούν, και θα ζήσω για να μαθευτούν τα ονόματα τους.."


#από το ημερολόγιο ενός μαύρου τριαντάφυλλου