29.12.12

άνοιξε τα μάτια, άκου τον φόβο

"Είναι μόνο ένα τραγούδι κι έχω βαρεθεί να το ακούω, σταμάτα το επιτέλους.."
"Κάνεις λάθος, είναι κάτι πολύ παραπάνω." και το μυαλό της ήδη πετούσε μακρυά.

  Κοίτα το φεγγάρι, δες τον ήλιο. Σε κρατάνε στη ζωή. Είναι εύκολο να ζεις, μην το κάνεις δυσκολότερο κι απ'τα αινίγματα που ψιθυρίζουν τ'αστέρια, εκεί στον ουράνιο θόλο τους. Μυστικά αν θες να βρεις, φτάνει μονάχα να κοιτάξεις τα χέρια σου, τον ουρανό, τα δέντρα, το χορτάρι. Ν'ακούσεις τον άνεμο να σφυρίζει έναν σκοπό που μόνο εκείνος γνωρίζει. Εκεί κρύβονται όλα όσα έπρεπε να ψάχνεις. 
  
Δέσμιος της άψυχης ζωής όσων τον περιβάλλουν, ο άνθρωπος γεννήθηκε για να ζει νεκρός.
Πρότυπα και τύποι..Μούχλα και σαπίλα..Ποιος είσαι εσύ που θα διαχωρίσεις το καλό απ'το κακό, το λάθος απ'το σωστό; 
Τιμωρείς, χτυπάς, σκοτώνεις..γιατί; Για να δώσεις κάποιο κύρος σε μια διαχωριστική γραμμή που δεν υπάρχει. Φωνάζεις, ουρλιάζεις κι έπειτα κλείνεις τ'αυτιά σου..γιατι; Δεν αντέχεις τις αμφιβολίες που κλονίζουν την ψωροπερηφάνια σου. Πιστεύεις πως είσαι πανίσχυρος, κι αυτό σε καθιστά τόσο αδύναμο, τόσο ανίσχυρο. Δημιουργείς μυστικές παρουσίες και μ'αυτές δικαιολογείς το αίμα που χύνεις, τις ονομάζεις "ιερές".
  
Αν άκουγες το ποίημα κάθε νεκρού παιδιού που αφήνεις πίσω σου, και αν έδινες σημασία σε κάθε απλό τραγούδι που με αόρατες φλογέρες παίζουν τα ερείπια της ψυχής σου, τότε θα έβλεπες. Κρατάς τα μάτια σου ανοιχτά, τα πιστεύεις σ'ότι κι αν σου πουν. Μα πού να'ξερες..πού να ξερες πως η σκοτεινιά μέσα σου τα έχει τυφλώσει. Βλέπεις σκιές, τις ονομάζεις χρώματα και βασίζεις αυτό που εσύ αποκαλείς ζωή σε αυτά. Κι έπειτα όταν πια δεν θα'ναι τόσο απόλυτα, όταν δεν θα μπορούν να σε κρύψουν από τον εαυτό σου, τότε θα τα παραμερίσεις και θα τα πολεμήσεις ώσπου αυτά να ξεψυχήσουν. Μα τι ψυχή να παραδώσουν; Είναι σκιές, κι οι σκιές δεν υπάρχουν δίχως φως. Μα τι κρίμα που εσύ δεν μπορείς να το δεις..
  
Ψιθυρίζεις στα παιδιά σου καληνύχτα και τους λες να φυλάγονται από τα τέρατα που κρύβονται κάτω απ'το κρεβάτι τους, τους λες να προσέχουν τους "έξω". Μα γιατί δεν τα προειδοποιείς για όσα βρίσκονται μέσα τους; Φοβάσαι μήπως πηγαίνοντας για ύπνο εκείνα ξυπνήσουν, κι έπειτα ξυπνήσουν κι εσένα. Ξυπνάς σαν γεννιέσαι κι έπειτα αποκοιμιέσαι. Και δεν ξυπνάς ποτέ, παραμόνο σαν πεθάνεις. Περιγελάς τον θάνατο, τον χλευάζεις..κι όμως τον φοβάσαι. Μα πιο πολύ απ'όλα φοβάσαι τη ζωή. Ο θάνατος σε περιμένει με τα χέρια του ανοιχτά, περιμένει να σε πάρει στην αγκαλιά του. Μα η ζωή αφού σε αρπάξει, σε σπρώχνει βίαια να προχωρήσεις, σε προκαλεί να παίξεις μα συνεχώς σου υπενθυμίζει τι σε περιμένει στο τέλος της δικής της διαδρομής. Τη φοβάσαι, τη μισείς κι όμως εύχεσαι στα είδωλα σου να σ'αφήσει να παίξεις μαζί της για πάντα. Δεν απαντά, κι αυτό σε γεμίζει αλαζονεία, νομίζεις πως την ξεγέλασες. Μα ο διάδοχος της δεν γίνεται να εξαπατηθεί.
  
Ορίζεις την απάτη, το ψέμα σημείο αναφοράς, και ξεχνάς ποια είναι η αφετηρία και ποιος ο τερματισμός. Η ματαιοδοξία σου σε πνίγει, κι εσύ την αφήνεις να σε στραγγαλίσει χωρίς ν'αντισταθείς, χωρίς ν'αφήσεις τον παραμικρό ήχο. Γιατί τα μάτια μπορεί να γελιούνται, μα όσα ακούγονται δεν χάνονται, όσο κι αν αυτό θέλεις να πιστεύεις. Υπάρχουν ήχοι τόσο όμορφοι, όπως η ίδια η ζωή, όπως κι ο θάνατος. Ψάχνεις να τις βρεις μα σε λάθος μέρη. Ψάχνεις στον ήχο που κάνουν τα κέρματα μέσα στις τσέπες σου, ψάχνεις στο γουργουρητό μιας μηχανής που σου έχει αποφέρει τεράστιο κέρδος..Μα δεν ψάχνεις, ποτέ σου δεν έψαξες, εκεί όπου θα'πρεπε. Δεν έψαξες στο κλάμα ενός μωρού που μόλις ήρθε στον κόσμο, δεν έψαξες στο θρόισμα των φύλλων, στο απογευματινό αεράκι..Κρίμα, πολύ κρίμα.

 Αρκείσαι στην ασφάλεια όσων ήδη σου ρουφάνε την ψυχή, σου καταστρέφουν την αθωότητα, και δεν επιτρέπεις σε κανέναν να τ'αλλάξει. Γιατί οι αλλαγές σε τρομάζουν, σχεδόν όσο σε τρομάζει ο θάνατος, σχεδόν όσο σε τρομάζει η ζωή. Δεν προχωράς, γιατί φοβάσαι μην παραπατήσεις, μα μαθαίνεις αμέσως πως να τρέχεις. Άδικο..είναι πολύ άδικο για όσους δεν επιτρέπουν στον φόβο να τους κυριεύσει. Είναι άδικο, γιατί έχεις ήδη χτίσει έναν κόσμο γεμάτο από αυτόν...


"Γιατί με αγνοείς; Σταμάτα το σου είπα."

"Όχι. Κλείσε εσύ τ'αυτιά σου γιατί εγώ δεν θέλω να κλείσω τα δικά μου."

26.11.12

κόκαλα και σάρκα

 Νύχτα.
Ο δυνατός αέρας κάνει τα παραθυρόφυλλα να τρίζουν. 
Μέσα στο δωμάτιο είναι ζεστά, η ατμόσφαιρα πιο μεθυστική κι απ'το πιο δυνατό ποτό.Σεντόνια στο χρώμα του αίματος και δυο κορμιά σφιχταγκαλιασμένατόσο που κανείς θα νόμιζε πως ήταν ένα. Ιδρωμένα σώματα δυο μεθυσμένων εραστών που βούλιαξαν στη θάλασσα του πάθους τους..

 Εκείνη, ολόλευκη σαν το χιόνι  με κατάμαυρα μαλλιά, πιο σκούρα κι από τη νύχτα  που λυτά έφταναν μέχρι τη λεπτή της μέση. Με χείλια κατακόκκινα, μισάνοιχτα  να σχηματίζουν μια βουβή κραυγή ενός ανείπωτου οργασμού.. Κοφτές αισθησιακές ανάσες κι ένα μαγευτικό λίκνισμα, που έκανε τ'αστέρια να ριγήσουν.

Κι εκείνος, με τα πιο όμορφα γαλάζια μάτια, να καθρεφτίζουν το μεγαλείο του πόθου τους. Κολλημένος επάνω στην κατάρα και την προσωποποιημένη σωτηρία του, θα λεγε κανείς πως συμπλήρωναν μια εικόνα ζωγραφισμένη απ'το χέρι του ιδίου του έρωτα..
 Μια μουσική που το ανθρώπινο αυτί έχει ξεχάσει να εντοπίζει, τόσο ταιριαστή, σαν να γράφτηκε ακριβώς για κείνη την ειδυλλιακή στιγμή που κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει πλήρως να αισθανθεί. Το τρίξιμο που αφήνουν οι σανίδες κάτω απ'το βάρος των δύο κρυφών πρεσβευτών του πιο καυστικού πάθους, μέχρι κι αυτό ακούγεται μελωδικό. 
 Εκείνος, ανατριχιάζοντας από τη θέρμη του αγγίγματος της, την αγκαλιάζει όχι γαλήνια, μα με μια βίαιη τρυφερότητα που ελάχιστοι θα αναγνώριζαν ως καρπό ενός ατελείωτου πάθους. Τα χείλια της αργά ανοίγουν και μια γλώσσα φλογισμένη, που κάποτε προσπαθούσε να μιμηθεί τη φωτιά, κάνει αισθητή την παρουσία της, πάνω στο γυμνό κορμί εκείνου που έκλεψε την καρδιά της πιο υπέροχης ύπαρξης που γεννήθηκε ποτέ. Κόκαλα και σάρκα, η γλύκα της πιο θανάσιμης έλξης...

Ξημερώνει, κι είναι η πιο όμορφη αυγή. 
Οι δυο εραστές θα έρθουν σε μια τελευταία παθιασμένη επαφή, προτού οι αιώνιες διαφορές διχάσουν την αρμονία που δημιουργεί η έλξη των ψυχών και των κορμιών τους. Εκείνη καθισμένη μαλακά επάνω στα σεντόνια να κοιτάζει το άλλο της μισό με μάτια γεμάτα δάκρυα πριν τον αποχωρισμό. Τα μάτια εκείνου, στεγνά, χωρίς ούτε ένα δάκρυ, να προβάλλουν ξανά τις στιγμές που εκείνοι έζησαν μαζί. Έχοντας περάσει τα χέρια της γύρω απ'το λαιμό του αγαπημένου της, εκείνη τον φιλάει απαλά και του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί.

"Είμαι η Ζωή, η Αφέντρα του Θανάτου. Κι εσύ είσαι ο Θάνατος, ο Κύριος της Ζωής. Κι η Ζωή είναι η μόνη που μπορεί να νικήσει το Θάνατο, ενώ ο Θάνατος είναι ο μόνος που μπορεί να τερματίσει τη Ζωή. Δεν ανήκουμε μαζί, μας χωρίζει το μυαλό, μας χωρίζουν ποτάμια από δάκρυα, δάκρυα του αποχωρισμού, του αποχωρισμού μας. Συμβαδίζουμε, κι είναι αυτή η κατάρα που μας βαραίνει, να μην μπορούμε ποτέ ν'αγγίξουμε ο ένας το χέρι του άλλου."


Κι εκείνος, κλείνοντας το στόμα της με τα χείλια του, καθώς διαλυόταν στον αιθέρα, της απάντησε ψιθυριστά, τόσο που κανείς άλλος να μην τον ακούσει.


"Μας ενώνει όμως η καρδιά, και μας ενώνουν οι γέφυρες της ψυχής,"

11.11.12

#από το ημερολόγιο ενός μαύρου τριαντάφυλλου

   "...Μια θάλασσα πορφυρή, μια θάλασσα από αίμα, αίμα και χαμένη αθωότητα.
Ένα οξύ πιο καυστικό απ'οτιδήποτε, πιο καυτό απ'τη φωτιά, πιο ψυχρό από τον πάγο, πιο τρομακτικό κι απ'τον φόβο. Ισχυρό σαν τον άνεμο, υψώνεται ως ένα πελώριο κύμα και καταπνίγει κάθε ίχνος λογικής σ'έναν απέραντο κι απύθμενο ωκεανό, σ'ένα βασίλειο από σκέψεις, όπου η παράνοια είναι ο πιο φρικτός κι αιώνιος τύραννος. 
   Είναι οι τύψεις εκείνες που στοιχειώνουν μέχρι και το πιο αγνό κι αμόλυντο χαμόγελο, και το μολύνουν σε σημείο που γίνεται αγνώριστο. Είναι οι άψυχες εκείνες υπάρξεις που κάνουν τα πάντα να δείχνουν τερατόμορφα και απαίσια. Είναι οι φωνές μες το κεφάλι μου, εκείνες οι φωνές που δε μ'αφήνουν μόνη ούτε στιγμή, εκείνοι οι ανατριχιαστικοί ψίθυροι που βρίσκονται μέσα σε κάθε μου λέξη, σε κάθε μου σκέψη, μέσα στο "είναι" μου.
   Κι όλα πια δείχνουν εχθρικά, άγονα και άσχημα. Η ασχήμια τους, τόσο αποκρουστική όσο και η οσμή του θανάτου, της αποσύνθεσης, της διαφθοράς. Στις φλέβες ενός κόσμου σκληρού και κατεστραμμένου δεν κυλά τίποτε παρά αλκοόλ, ανακατεμένο με όπιο και μίσος, μίσος και φθόνο. Το φεγγάρι χλομιάζει κι ο ήλιος σιγά σιγά σβήνει. Δυνάμεις ξεπερασμένες, καταδικασμένες υπό την κυριαρχία του συμφέροντος και της βρόμικης υπερηφάνειας. 
   Οι καθρέπτες ψεύδονται, δείχνουν ψέμματα, όχι την αλήθεια. Παρουσιάζουν μια ομορφιά που δεν υπάρχει, μια ομορφιά τόσο κενή, για να χωρέσει μέσα της την πικρή ασχήμια και να την καλύψει με την τεχνητή της, θλιβερή λάμψη. Γιατί να κοιτάξω εκεί μέσα; αφού ξέρω θα προσπαθήσουν να με πλανέψουν. Ψαλμωδίες των νεκρών, και κραυγές των ζωντανών. Δεν λείπουν από πουθενά, μια αιώνια πάλη της αλήθειας και του ψέματος, του θανάτου και της ζωής. Προτιμώ έναν πραγματικό θάνατο παρά μία ψεύτικη, κενή ζωή. Κι είναι κι εκείνες οι τύψεις, οι τύψεις που δεν μπόρεσα να προστατέψω την ίδια την αγνότητα, που έστειλα στην καταστροφή την πιο καθαρή ομορφιά φοβούμενη ν'αντιμετωπίσω μια προδομένη αγάπη κοιτώντας την κατάματα. Τύψεις για μια δίχως όρους φιλία στην οποία τα αισθήματα αυτοθυσίας δεν κατάφερα να διατηρήσω αμοιβαία. Κι οι τύψεις είναι εκείνες που θα στιγματίζουν την κάθε μου νύχτα, εκείνες που θα σκοτεινιάζουν την κάθε μου μέρα.
   Κι είναι εκείνα τα αόρατα χέρια που κάθε δευτερόλεπτο της ύπαρξης μου προσπαθούν να με πνίξουν, να απαγορεύσουν στον αέρα να δώσει δύναμη στην καρδιά να συνεχίσει να χτυπά. Και δεν είναι αυτό που με κάνει να παγώνω, είναι που εκείνη η καρδιά συνεχίζει να με κρατάει στη ζωή. Κι αυτό ίσως γιατί αρνείται να προδώσει την υπόσχεση που έδωσε εκείνη την τελευταία φορά που στάθηκα μπροστά στο τελευταίο αληθινό κι αγνό κομμάτι που μου υπαγόρευε να ζήσω. Εκείνη την υπόσχεση να ζήσω, για όλα τα όνειρα που πέθαναν γιατί ο κόσμος δεν αντέχει οτιδήποτε αληθινό κι ελεύθερο που δεν ζει βασισμένο στις παραισθήσεις των φαρμάκων και της μοναξιάς. Να ζήσω για όλα εκείνα τα φτερά που τόσο βάναυσα κατέστρεψε ένας ξαφνικός κι απόκοσμος άνεμος, απεσταλμένος του σκοταδιού. Της αλήθειας, μιας αλήθειας που φοβάται να ανταγωνιστεί μια αλήθεια γεμάτη ζωή, γεμάτη ομορφιά. 
   Η αλήθεια δεν μπορεί να είναι μονάχα άσχημα, μπορεί να είναι και όμορφη. Η αλήθεια διαμορφώνεται από εμάς, κι ωστόσο εμείς είμαστε οι μόνοι που δεν το καταλαβαίνουν. Τόσα "για πάντα" που προδόθηκαν, τόσα παραμύθια που μετατράπηκαν σε νυχτερινούς εφιάλτες και τόσα αστέρια που έσβησαν γιατί κανείς πια δεν τα κοιτούσε. Για όλους εκείνους που δεν δέχτηκαν να ζήσουν ως υπηρέτες μιας ψεύτικης, συνθετικής και σάπιας πραγματικότητας, για όλους εκείνους εγώ θα ζήσω. Θα ζήσω για να μην τους αφήσω να ξεχαστούν, και θα ζήσω για να μαθευτούν τα ονόματα τους.."


#από το ημερολόγιο ενός μαύρου τριαντάφυλλου

3.10.12

αριστούργημα αγνώστου καλλιτέχνη

Ένα απόκοσμο ρέκβιεμ, σύνθεση του κόσμου που κανείς δεν θέλει ν'αντικρίσει. Μία μουσική που δεν ακούγεται από μεγάφωνα, που ακούγεται στον αέρα. Μια τόσο όμορφη, και τόσο ανατριχιαστικά υπέροχη μελωδία για μια σφαίρα που αστόχησε.
Ένας ξερός κρότος, κι έπειτα τίποτα. Τα θραύσματα ενός πληγωμένου ονείρου έπεσαν κάτω τόσο αθόρυβα, χωρίς κανείς να το καταλάβει, χωρίς κανείς να νοιαστεί. Μονάχα εκείνο το θλιβερό ρέκβιεμ έμεινε για να θυμίζει σ'όσους μπορούν και το ακούν', πως κάπου, κάποτε, ένα πραγματικό όνειρο στ'αλήθεια υπήρχε.
Δίχως σύσταση, και δίχως σώμα, εκείνο το όνειρο ήταν η ίδια η ζωή, ένα κατακόκκινο λουλούδι που φύτρωσε μέσα από τις στάχτες. Κανείς ποτέ δεν θαύμασε την άυλη ομορφιά του, και κανείς ποτέ δεν κατάφερε να μάθει τον χορό του. Μια ομορφιά, που της έμελλε να ξεχαστεί πριν καν γίνει αντιληπτή. Κι αφού κανείς ποτέ δεν το'νοιωσε, το δικό του όνειρο γεννήθηκε για να μείνει καταδικασμένο, να το φρουρεί η δικιά του αφάνεια, τόσο μα τόσο εξαναγκαστική, και τρομερή, τόσο τρομερή όπως ο ίδιος ο φόβος.

"Μαύρο, απόλυτο μαύρο. Και άσπρο, τόσο εκτυφλωτικά λευκό. Αντίθετα δημιουργήματα, η μέρα κι η νύχτα, ή η νύχτα κι η μέρα. Τόσο διαφορετικά, και τόσο όμοια, τόσο τέλεια, η πιο γλυκιά αρμονία. Μια εικόνα δίχως σκιές, μια μπερδεμένη, και ανεπαίσθητα κατανοήσιμη ζωγραφιά, ένα αριστούργημα άγνωστου καλλιτέχνη. Σαν δυο κρυφοί, και μυστικά φανεροί εραστές, ερωτευμένοι όπως ο ήλιος με τη μέρα, και το φεγγάρι με την νύχτα. Δυο υπάρξεις, που τίποτε δεν χωρίζει, τίποτα εκτός από την λησμονιά. Τη λησμονιά ενός ολάκερου, ανεξερεύνητου κόσμου, προϊόν της ματαιοδοξίας του ανθρώπου για μια σάπια τελειότητα. Μια τελειότητα βυθισμένη στο αλκοόλ και την πρέζα. Ένα ξεχασμένο παραμύθι, που ουδέποτε έχει ειπωθεί, που όλοι φοβούνται να προφέρουν. Σκληρά χαμόγελα και σκοτεινά μάτια, χωρίς ίχνος λευκού. Και μάσκες, ω αυτές οι μάσκες. Τόσο απρόσωπες, όσο και τα πρόσωπα που τις φορούν. Άδειοι καθρέπτες, ανίκανοι να προβάλλουν την ασχήμια μιας κενής, τόσο κενής ψυχής. Και ολοένα και πιο γρήγορα, με καταιγιστικό ρυθμό που σου φέρνει ίλιγγο, το όνειρο ενός κατεστραμμένου ονείρου, μετατρέπεται σε εφιάλτης. Ένας εφιάλτης που σε κάνει να θέλεις να ουρλιάξεις..."


...Κάτι κάτω απ'τα σκεπάσματα μετακινήθηκε, κι ένα καταϊδρωμένο πρόσωπο φάνηκε αχνά πίσω απ'το σκοτάδι της σιωπηλής νύχτας. Η φωνή μεσ'στο μυαλό του είχε σταματήσει, ίσως ήταν όνειρο. Μα εκείνος ήξερε, ήξερε πως ήταν κάτι παραπάνω απ'αυτό, ήταν η ίδια του η φύση, μια ξεχασμένη φύση που σιγά σιγά έκανε την εμφάνιση της με τη μορφή μιας αφύσικης νηνεμίας. Μίας νηνεμίας πριν από την καταιγίδα... 

26.9.12

άγρια ομορφιά

Δεν είναι που με τρελαίνει η σάπια διχρωμία του κόσμου σας, ούτε η παγωμένη, κρυστάλλινη κορόνα που στεφανώνει την κάθε καρδιά, από καιρό νεκρή, έπειτα από απαίτηση μιας αρρωστημένης κοινωνίας. Δεν είναι τα παρηκμασμένα κάστρα της ψυχής σας ή τα ξεθωριασμένα λάβαρα της περηφάνιας σας.

Είναι που με πονάει το βλέμμα εκείνου του κατάμαυρου πουλιού, μισοτελειωμένο έργο τέχνης, άτεχνης τέχνης για πολλούς. Είναι εκείνο το διάφανο παράπονο στα μάτια του, που σιγά σιγά υιοθετεί τα χρώματα του κενού. Είναι εκείνη η έκδηλη απροσωπία του, που τόσο σκόπιμα αποτυπώθηκε πάνω στον καμβά. Είναι εκείνο το μοναχικό κοράκι που ήθελε να μοιάσει στους κύκνους. Εκείνο το πλάσμα που τόσο βίαια του'κοψαν τα φτερά. 

Εκείνο το πουλί που διέταξαν να παγώσει προτού προλάβει να πετάξει.
Κι εκεί ξεχασμένο σ'ένα σκονισμένο ατελιέ κάποιου τρελού ζωγράφου, καθηλωμένο εκεί, να ποτίζει ως το μεδούλι της ψυχής του με την κάπνα των αμέτρητων τσιγάρων, των αμέτρητων "τελευταίων" τσιγάρων. Είναι η αποστροφή του δικού του καλλιτέχνη που το δένει τόσο σφιχτά, μ'αόρατα δεσμά σ'εκείνο το κλαδί που ποτέ δεν σχεδίασαν πολυχρησημοποιημένα πινέλα. Κι είναι το έντονα μαύρο χρώμα το, που ποτέ δεν βρήκε λευκό για να ζευγαρώσει, εκείνο το χρώμα που στέγνωσε ξανά και ξανά και ξανά..

Το ράμφος του που ουδέποτε τόλμησε ν'ανοίξει, εκείνο είναι που το παρασέρνει στην αφάνεια. Κάτω από ένα λεκιασμένο πανί, το κοράκι καραδοκεί για ένα αληθινό βλέμμα, μια σταθερή ματιά που ποτέ δεν θα φτάσει, ποτέ δεν θ'αγγίξει το στιλπνό του φτέρωμα, και ποτέ δεν θα χαϊδέψει την ψυχή του απ'άκρη σ'άκρη.
Κι όταν το σκληρό, απόλυτο λευκό το διαπεράσει τόσο άγρια, για να μην αφήσει τίποτα να μαρτυρά την ξεχασμένη παρουσία του, ακόμη και τότε, τίποτε δεν θα το ελευθερώσει για να μπορέσει να βρεθεί για μια φορά στον ουρανό, για να μπορέσει να πετάξει. Ακόμη κι όταν τη θέση του θα πάρει το τέλειο, αψεγάδιαστο πρόσωπο, η μάσκα που φοράν' τώρα πια τα νιάτα, ακόμη και τότε το κοράκι θα μείνει καθηλωμένο στο ανύπαρκτο κλαδί του, ανήμπορο να τραγουδήσει το ανήκουστο τραγούδι του.

"Γιατί το σκοτώνεις, τι κατάλαβες? Ζήλεψες την ελεύθερη φύση του και θέλησες να την φυλακίσεις στο δικό σου κορμί? Μα δεν τα κατάφερες. Λυπάμαι, ποτέ δεν θα κατανοήσεις τη δύναμη του, και ποτέ δεν θα μπορέσεις να του την κλέψεις. Λυπάμαι."


Μα όταν το τεχνητό πλατύ χαμόγελο απλωθεί εκεί όπου κάποτε σχηματιζόταν δύο μάτια άγριας ομορφιάς, τότε μια διαπεραστική κραυγή διαλύει την απόλυτη σιγή, την σπάει σε δισεκατομμύρια κομμάτια και την σκορπίζει στο βρώμικο πάτωμα...μονάχα για ένα δευτερόλεπτο πριν εκείνη ξαναεμφανιστεί, πιο νεκρική απο ποτέ..

17.9.12

γαλάζια μάτια

Μία βάναυση κωμωδία διεφθαρμένης ευγένειας με θεατές εύθραυστα πορσελάνινα ειδώλια.
Κι ένα μιούζικαλ παρακμής, και παγωμένες ορχήστρες. Μία κρυστάλλινη ραχοκοκκαλιά, κάθετη κραυγή, ένα βογκητό λύκου που τυφλώθηκε. 

Μία βροχερή μέρα του μουντού Σεπτέμβρη,ένα βιβλίο ξεχασμένο σ'ένα ράφι, ποιήματα παρηκμασμένου ποιητή. Μια ζωγραφιά ενός παιδιού σ'ένα φθαρμένο απ'τον χρόνο κάδρο, γυρισμένο ανάποδα πάνω σ'ένα έπιπλο. 

Κι αυτή η χαίτη, τόσο ανέμελη στο πρωινό αεράκι, μα άτσαλα κομμένη, υπερτιμημένη περηφάνια ενός κόσμου που ξέχασε τι θα πει ελευθερία. Και τα μάτια, αυτά τα γαλάζια μάτια που θυμίζουν το μεγαλείο ενός αρχαίου βασιλικού ουράνιου θόλου. Γαλάζια κι αμείλικτα, και τόσο ψυχρά, σαν λίμνη που μόλις έχει ξεπαγώσει. Και σκληρά, σκληρά σαν διαμάντια, κι ακόμη πιο πολύ.

Άδεια πόλη, και μια ολόλευκη γάτα, απαλή σαν τη χροιά τεχνητής φωνής, μα τόσο αληθινή. Περπατάει αθόρυβα και μαλακά. Μια φωνή που πλανιέται σαν άδικη κατάρα στη μολυσμένη ατμόσφαιρα, μουντή και παραπονεμένη. Ένα περιστέρι που ξέχασε πως να πετάει, κι ένα κοράκι καταδικασμένο να σπέρνει τον τρόμο. Κατάλοιπα ενός πανάκριβου αρώματος που άρχισαν να ξεθωριάζουν. Η μυρωδιά ενός καμένου ονείρου που σε κάνει να λησμονείς, να λησμονείς τη ζωή και τον ήλιο, ένας θρύλος που σιγά σιγά σβήνει. Σβήνει κι αργοπεθαίνει.

Χέρια δυνατά σαν την καρδιά που κάποτε τα εξουσίαζε. Δύναμη ανεξέλεγκτη, κι ένα σπασμένο μπουκάλι κονιάκ. Κοφτερά θραύσματα από γυαλί, που σου τρυπούν' την ψυχή, όπως κι η αιχμηρή βουβή πραγματικότητα. Φαρδιές πλάτες και μία νεκρή γιγάντια φιγούρα, μαύρη σαν τον οψιδιανό, απ'τον οποίο θα μπορούσε να'ταν φτιαγμένη. 

Άηχες νότες κι ένα χυδαίο τραγούδι με ανύπαρκτους στίχους. Ικεσίες και προσευχές προς έναν ανύπαρκτο Θεό, και κατασκευασμένες αποκρίσεις. Λέξεις ανείπωτες και παρτιτούρες που ποτέ δεν έγιναν γνωστές. Ψεύτικα λόγια, ψεύτικες πράξεις, ψεύτικα χαμόγελα, ψεύτικα δάκρυα, ψεύτικος κόσμος...

Μια ανυπότακτη σιωπή μέσα στο κεφάλι του. Κι έπειτα φωνές, φωνές απόκοσμες, σαν από ορδές απέθαντων πνευμάτων. Συνθέσεις φαντασμάτων, και μια επαναλαμβανόμενη μουσική, σε άγνωστη διάλεκτο. Ο δεσμώτης των σκιών κλείνει τα γαλάζια του μάτια και βυθίζεται σ'έναν ύπνο φωτεινό, που έρχεται σε αντίθεση με τις σκούρες αποχρώσεις της ζωής του. Καθαρό λευκό, και όνειρα προερχόμενα κατευθείαν απ'την καρδιά του. Μια καρδία της οποίας η ύπαρξη έχει ξεχαστεί, της οποίας το όνομα έχει σβήσει στο βάθος του χρόνου..

Μια αδικημένη ύπαρξη, φυλακισμένη πίσω από τις μπάρες της ψυχωτικής φυλακής, που ο ίδιος έχει πλάσει για τον εαυτό του, σε μια προσπάθεια να προφυλαχθεί απ'την βροχή που τον καίει. Μία βροχή με πολύχρωμες, μα και ασπρόμαυρες σταγόνες. Μια βροχή συναισθημάτων, ο μεγαλύτερος φόβος του, η μόνη του σωτηρία. Τα ερμητικά κλειστά του χείλη ανοίγουν, και σιγά σιγά αρχίζει να σιγοτραγουδάει. Να σιγοτραγουδάει μια μελωδία βγαλμένη απευθείας από τον κόσμο της παράνοιας, μια μελωδία που λίγοι πια μπορούν να προφέρουν, μια μελωδία που κανείς μπορεί πια ν'ακούσει μονάχα αν δώσει βάση στο υπόκωφο παραμιλητό του.

13.9.12

Μεταμφιεσμένος χορευτής

Τη μία γεμάτη ζωντάνια και την άλλη τόσο ψυχρή και άψυχή. Είναι τόσο τραγική η ειρωνεία αυτού του κόσμου. Ένα παράφωνο κουαρτέτο της ζωής και του θανάτου, του πόνου και της αδράνειας.
Και μαζί ένας χορευτής, σαν σκελετός ξεχασμένος στο αμπάρι ενός πλοίου. Μια κραυγή υπόκωφη, ένας κρότος στο σκοτάδι. 
Και σκιές, σκιές δίχως φως. Με χαμόγελα ως τ'αυτιά, και μάτια κοκκινισμένα από τον καπνό, τόσο κενά και άδεια, αραχνιασμένος πάτος ενός πηγαδιού που έχει στερέψει. Απόκοσμος θίασος, απεσταλμένος της νύχτας. Φίδι στην αρπάγη του κορακιού, κύκνος στο αποκορύφωμα του τραγουδιού του.

Κι είναι τα μάτια μας μονάχα ικανά να μας γελάνε, γελωτοποιοί στην αυλή ενός ανύπαρκτου βασιλιά. 
Γέλιο εξαναγκαστικό, μία καταγραφή δίχως μελάνι στο κενό, ονόματα γραμμένα με αίμα, καλυμμένα με σάρκα, πρωταγωνιστές σ'ένα χυδαίο ιντερμέτζο μιας ξεχασμένης θεατρικής παράστασης.
Διάλογοι τόσο βουβοί, μα και τόσο έντονοι. Λέξεις σε μια νεκρή διάλεκτο, παρείσακτοι που πλανιούνται τόσο βαριά στην ήδη αποπνικτική αύρα των ανθρώπων. Μονόλογοι ενός τρελού σε σπαστά αγγλικά. Ποιήματα ενός ορφανού, γραμμένα στο χλωμό φως του καντηλιού, μια νύχτα που το φεγγάρι μάτωσε. Και μια απλή φράση κυριαρχεί, σαν ιαχή πολέμου:

"Μη σωπαίνεις, είναι ύπουλη η σιωπή!"


Ένας πυροβολισμός που ακούστηκε από μακρυά, κι έσβησε πέφτοντας με φόρα στην αγκαλιά της απομόνωσης. Μια κραυγή κι ένα ανέκφραστο πρόσωπο, μια μορφή φτιαγμένη υπό την ανέχεια του μαστιγίου, σώμα που βούλιαξε στο νερό μα ξαναβγήκε όταν η ώρα έφτασε για τα κύματα να ξεσπάσουν. Ένα σώμα δίχως ρωγμές, πορσελάνινη κούκλα που τελικά απέκτησε βούληση. Μάτια ογκώδη, και σκοτεινά, καθρέπτες μιας ανύπαρκτης εικόνας, ζωγραφισμένη από το χέρι μιας κοινωνίας της θηριωδίας και του όπιου. 

Μια λάμπα που τρεμοσβήνει, κι ένα μπαλόνι που ξέφυγε από κάποιο παιδί. Μια σύριγγα πεταμένη σ'ένα κακόφημο δρομάκι κι ένα συντριβάνι χωρίς νερό. Μια σειρήνα ενός παλιού περιπολικού που κάπου ξεψυχά, κι έπειτα ησυχία, μια απειλητική εκκωφαντική ησυχία, η αρχή μιας ακόμη μέρας πριν την αυγή.

Ένας παινεμένος μουσικός που ξέχασε τις νότες, κι ένα βιολί με χορδές τα κατάμαυρα μαλλιά μιας Βαλκυρίας, Γοργός βηματισμός, και σταθερά ανέκφραστο βλέμμα, μία θύελλα που έχει ξεχάσει ν'αρχίσει, και πλέον θυμήθηκε το ρόλο της, έστω καθυστερημένα, σε μια κακογραμμένη παράσταση.

Η φιγούρα συνεχίζει να κινείται, κι οι λάμπες του δρόμου αρνούνται να τη φωτίσουν. Μια ακαθόριστη , σκοτεινή μορφή, ένα σκίτσο που δεν ικανοποίησε το δημιουργό του. Μια ακατανόητη δύναμη, καλά κρυμμένη πίσω από ένα θλιβερά αστείο παρουσιαστικό. Ένα πρώτο ίχνος αντίδρασης διαγράφεται σε μια μάσκα που αποδείχτηκε υπερβολικά ανθεκτική, και δυο γροθιές καλυμμένες από τα μακρυά μανίκια ενός συνθετικού δερμάτινου παλτού, τόσο σφιχτές, ώστε οι κόμποι των δαχτύλων του έχουν ασπρίσει, μία λευκή πινελιά σ'ένα κατάμαυρο σύνολο. 
Κομμένες ξανθές μπούκλες που θα έδειχναν εντυπωσιακές, κι ένα βιαστικά σβησμένο τσιγάρο. Βανδαλισμένα κτήρια σε σκοτεινά σοκάκια κι απομεινάρια άλλοτε πανέμορφων κήπων. Παρακμή και μιζέρια, δυο λέξεις, δυο έννοιες, μία πραγματικότητα.
Αθόρυβα βήματα, κοφτές ανάσες, κι ένας μεταμφιεσμένος χορευτής. Και μετά τίποτα, μία παύση μέσα στην αδιαφορία της ασχήμιας.

"Υπομονη."