Βαβυλώνα
Διάττοντες αστέρες με μαστίγια που ύφανε η φωτιά
'σκίσαν χορεύοντας τον θόλο τ' ουρανού,
που άθελα του έκρυβε τη Σήψη και την Σκουριά
- τις τρομερές κι αιώνιες ερωμένες
μιας ξεχασμένης Βαβυλώνας, μιας άγνωστης Βαβέλ.
Στρατιώτες παρελαύνουν οργισμένοι
-κραδαίνουν σπαθιά και δόρατα φτιαγμένα από χρυσό
κι ασπίδες φέρουν στολισμένες με πετράδια`
μα στα μάτια τους καθρεφτίζεται η σκοτεινιά
και το χαμόγελο τους είναι ζωγραφισμένο μ' αίμα.
Η γυναίκα μέσα απ' τη φυλακή του ζιγκουράτ έπαψε να φωνάζει
και τώρα στέκει πια βουβή και δακρυσμένη
να κοιτά τη μακάβρια παρέλαση αρπακτικών κι ανθρώπων,
που με πρόωρες ιαχές μιας νίκης βέβαιης βαδίζει
προς το πεδίο μάχης των Θεών, τον τάφο των θνητών.
Τα τραγούδια έπαψαν πια στη Βαβυλώνα να ηχούν,
κι ο θρήνος κάλυψε ως πέπλο πένθιμο τη Βαβέλ`
ο Τρόμος ξεγυμνώθηκε και στέφθηκε Βασιλιάς
κι η Κασσάνδρα έμεινε στο κελί μόνη να ξεψυχά
καθώς η νύχτα πάλι σκέπαζε την Πόλη των Οστών.
