22.8.14

Βαβυλώνα

Βαβυλώνα


Διάττοντες αστέρες με μαστίγια που ύφανε η φωτιά 
'σκίσαν χορεύοντας τον θόλο τ' ουρανού,
που άθελα του έκρυβε τη Σήψη και την Σκουριά 
- τις τρομερές κι αιώνιες ερωμένες
μιας ξεχασμένης Βαβυλώνας, μιας άγνωστης Βαβέλ.

Στρατιώτες παρελαύνουν οργισμένοι
-κραδαίνουν σπαθιά και δόρατα φτιαγμένα από χρυσό
κι ασπίδες φέρουν στολισμένες με πετράδια`
μα στα μάτια τους καθρεφτίζεται η σκοτεινιά 
και το χαμόγελο τους είναι ζωγραφισμένο μ' αίμα.

Η γυναίκα μέσα απ' τη φυλακή του ζιγκουράτ έπαψε να φωνάζει 
και τώρα στέκει πια βουβή και δακρυσμένη
να κοιτά τη μακάβρια παρέλαση αρπακτικών κι ανθρώπων,
που με πρόωρες ιαχές μιας νίκης βέβαιης βαδίζει
προς το πεδίο μάχης των Θεών, τον τάφο των θνητών.

Τα τραγούδια έπαψαν πια στη Βαβυλώνα να ηχούν,
κι ο θρήνος κάλυψε ως πέπλο πένθιμο τη Βαβέλ`
ο Τρόμος ξεγυμνώθηκε και στέφθηκε Βασιλιάς
κι η Κασσάνδρα έμεινε στο κελί μόνη να ξεψυχά 
καθώς η νύχτα πάλι σκέπαζε την Πόλη των Οστών.



16.5.14

Dies Sanguinis

Dies Sanguinis


Σημάδια από μελάνι στιγματίζαν το κορμί σου:
λέξεις ακατανόητες που σου ‘καιγαν τη σάρκα
κι αιμάτινα φτερά στη ράχη, διπλωμένα
–μια απομίμηση φθηνή της νίκης σου υπέρ του ιλίγγου,
που για μια κάλπικη αθωότητα θυσίασες με χάρη.

Οσμή από πεύκο και λωτό, γεύση από ρόγδι και κυδώνι
χορεύανε στα χείλη σου –ναρκωτικά του εραστή σου,
που ακολούθησε παραπαίοντας μεθυσμένος
τη μέθεξη εκείνη τη γλυκιά της γυναικός,
και ξάπλωσε ολοπρόθυμα εμπρός σου στο βωμό.

Το αίμα πορφυρό στον κρύσταλλο έσταζε
–κρασί απ’ άνθρωπο, νέκταρ για τους θνητούς`
κι εσύ, ως μια Κυβέλη αιμοδιψής –με βλέμμα αισχρό
έμεινες να ευφραίνεσαι

μπροστά στη θέα του σταυρωμένου Άττι.

29.3.14

Πύρινη Λαίλαπα

Πύρινη Λαίλαπα


Τα ρόδα σπαράζαν γοερά
έτσι ως παραδόθηκαν στις φλόγες τις αέναες  της πλάσης,
που πνοή τους έδωσε κι ύστερα πάλι τους την πήρε`
κι εσύ έβλεπες  τον εαυτό σου στα μαραμένα πέταλα τους.

Στα ιδρωμένα μπράτσα τους σε σήκωσαν μεθυσμένοι
-ο Διόνυσος κι ο Παν ο Μέγας,
καθώς μ’ ιερά μανία χόρευαν γύρω  απ’ την πυρά
μιας ύστατης θυσίας σαρκικής.

Με μάτια κενά κι απόκοσμα αγνάντευες το λυκόφως
-που ως μεταξένιο σάβανο
μειλίχια τύλιγε τη νεκρική σιωπή σου,
εκείνη που οι λύκοι σκέπαζαν καθώς ουρλιάζαν.

Η Εύα -το αιώνιο θηλυκό της απαρχής του κόσμου,
 με χάρη το κορμί της λίκνιζε στο ημίφως
και μ’ όπιο σε πότιζε,
που ανάβλυζε γλυκό απ’ το γυμνό της στήθος.

Δράκοντας αγέρωχος κι αήττητος υψώθηκε στον αέρα,
τινάζοντας με δύναμη τ’ αγκαθωτά φτερά του
κι οι φολίδες του –αδαμάντινες  λάμψαν περήφανα
κάτω απ’ το ματωμένο ήλιο που χανόταν.

Τα μάτια του, στο χρώμα της πορφύρας
καθρέπτιζαν τη λαίλαπα που καταβρόχθιζε την ψυχή του
κι ανοίγοντας τα σαγόνια του  –σε μια στιγμή βίαιης ηδονής
βρυχήθηκε

ο Πανδαμάτωρ Χρόνος.

26.2.14

Το βιολί

Το βιολί


Κραυγή υπόκωφη και τρομερή
-τραγούδι ενός κύκνου που πεθαίνει,
την εύθραυστη ράγισε σιωπή
που μ’ ευλάβεια πρόστυχη
σκέπαζε τη γύμνια των καιρών.

Βιολί αλαβάστρινο θρηνεί,
παίζοντας μια βουβή και λυπημένη παρτιτούρα 
-ωδή στην ομορφιά του φεγγαριού,
που ένας τυφλός έγραψε μουσικός
λίγο προτού πεθάνει.

Με δόντι δράκου χάραξε -στο ίδιο του το χέρι
τις νότες για μια σύνθεση ιερή
και στοιχειωμένη:
η ομολογία εκείνου η στερνή,
η λύτρωση για μια ψυχή βεβηλωμένη.

Αγέρωχο απ’ την καταχνιά ξεπρόβαλε
το φάντασμα του ήλιου-
‘κείνο το πνεύμα το αρχέγονο
που στους μυστήριους βασίλευε ουρανούς`
‘κείνο το πνεύμα το περήφανο, τ’ αλύγιστο
που δάκρυζε σαν άκουγε τη μελωδία του βιολιού.


18.2.14

Στιλέτο φτιαγμένο απ' όνειρα

Στιλέτο φτιαγμένο απ' όνειρα


Βίαια σού ‘σκισαν τα ρούχα
κι άγρια-
Ακάλυπτο αφήσαν το κορμί σου,
αυλακωμένο καθώς ήταν
κι άσχημο
απ’ τις πληγές τ’ ανέμου του Βοριά
που βάναυσα τη γύμνια του χτυπούσε.

Σιωπηλά τα σκέλια σου άνοιξες
-ουρλιάζοντας βουβά κι απορημένα,
με μάτια ν’ αναβλύζουν δάκρυα
στο χρώμα της σκουριάς`
μ’ αξιοπρέπεια λαβωμένη κι άθλια
και με ψυχή
που κάποιος δήμιος της πέρασε θηλιά.

Έτσι γυμνή κι απόμακρη έμεινες ν’ αναμένεις`
προσμένοντας με μιαν απάθεια θλιβερή
‘κείνο το γιατρικό που σ’ αναγκάσαν
-μ’ οδυνηρές ενέσεις
να δεχτείς`
κείνο το γιατρικό που την ψυχή σου σάπιζε
κι ας είπαν πως θα σ’ έκανε καλά.

Μελιστάλαχτα σου’ παν ψέματα
κι εσύ τους πίστεψες –γελώντας,
μεθυσμένη καθώς ήσουν απ’ το γλυκό πιοτό τους
που με δηλητήριο το’ χαν ύπουλα νοθεύσει.

Και να’ σαι τώρα –αγνώριστη,
στέκεις μπροστά στο είδωλο σου
μ’ εβένινα μαλλιά -ξέπλεκα, ως τη μέση`
με πρόσωπο σκληρό
κι ωστόσο όμορφο.

Πια σε βαρέθηκαν
Σ’ ατίμασαν
Σε πρόδωσαν.
Σ’ ένα δρομάκι σ’ άφησαν –τυφλή, μαστιγωμένη
κρατώντας τριαντάφυλλο λευκό
και μαραμένο
που με τ’ αγκάθια του σου πλήγιαζε το χέρι.

Άσπρα κοράκια σ’ οδηγούν,
σε παίρνουν στους αιθέρες
κι ως δαίμονες φλεγόμενοι
κι αρχαίοι
σε σέρνουν στον παράλογο χορό της ηδονής,
και με στιλέτο απ’ όνειρα φτιαγμένο
σου κόβουν απ’ άκρη σ’ άκρη το λαιμό.

2.2.14

black wings

Άγρια η όψη του, τρομακτική η κραυγή του, δυσοίωνη η μορφή του. Μα η δύναμη του είναι τόσο απόλυτη` κι ομορφιά του αντανακλάται μεγαλόπρεπα πάνω στα μαύρα του φτερά...

         Για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια ο μεγαλύτερος όλων των Θεών ήταν το κοράκι. Χαρακτηριζόμενο και ως «ο φέρων τα όνειρα», το κοράκι κυριαρχεί στις αρχαίες θρησκείες. Ξεκίνησε ως η γυμνόστηθη Θεά με τα χαρακτηριστικά αρπακτικού πτηνού. Κι έπειτα, πριν από δέκα χιλιάδες περίπου χρόνια, όταν η Θεά έγινε Θεός, η μορφή του κορακιού συνέχισε να τιμάται.
                Ο ακούραστος ταξιδιώτης, το κοράκι: εκείνο ήταν που από τους Ρωμαίους ονομάστηκε Saturn, Θεός του Χρόνου, Θεός του Φωτός. Και πριν από αυτό, ο Απόλλωνας, άλλη μια ενσάρκωση του κορακιού. Huginn και Muninn, Σκέψη και Μνήμη, τα ιερά κοράκια  του Θεού Odin της Σκανδιναβικής Μυθολογίας. Για τους Κέλτες και τις ιθαγενείς φυλές της Αμερικής το κοράκι, το πουλί που τρεφόταν από τον θάνατο είχε την κοσμική σημασία του μεγάλου ευεργέτη, του δημιουργού του ορατού κόσμου. Γερμανικές και άλλες φυλές το λάτρεψαν ως προφήτη και θεραπευτή, ενώ στην Κίνα ήταν ένα από τα πρώτα αυτοκρατορικά εμβλήματα που συμβόλιζαν το Γιάνγκ, την κοσμική αρμονία, τον ήλιο και τη μακροζωία του Αυτοκράτορα.
             Στον Μεσαίωνα, το κοράκι χαρακτηρίστηκε ως «η σκιά του Ήλιου» και βρέθηκε να συμβολίζει την ενότητα του Χάους που ανέκαθεν τρόμαζε τον άνθρωπο με την απεραντοσύνη του. Κι αυτή ακριβώς είναι η μέθεξη του κορακιού: είναι το ίδιο μια δύναμη Ζωής που τρέφεται από τον Θάνατο. Το κοράκι είναι η πείνα του ουρανού, του αόρατου, του άυλου, που τρέφεται από το ορατό, το υλικό, το αναλώσιμο. Η Ζωή κι ο Θάνατος είναι δυο έννοιες αλληλένδετες: καμιά δεν θα είχε ισχύ χωρίς την ύπαρξη της άλλης. Κι έτσι, ο γόνος της μεταξύ τους έλξης, το κοράκι, έγινε άτρωτο κι αποδείχτηκε μεγαλύτερο κι απ’ τον ίδιο το χρόνο.
                Κι ύστερα, το κοράκι είναι αυτό που επιφέρει την κάθαρση από το κακό, το βίαιο και το βάναυσο. Είναι στ’ αλήθεια η ενσάρκωση της αυτοδικίας που σαν μια αρχέγονη φαντασίωση φωλιάζει στα βαθύτερα επίπεδα της συνείδησης του ανθρώπινου νου. Η μανία κι η ανάγκη του ανθρώπου για το λευκό, το άσπιλο είναι αυτή που βάφει τα φτερά του κορακιού στο χρώμα του οψιδιανού. Κι η γένεση αυτής της πραγματικότητας δε βρίσκεται πουθενά αλλού μα στην αξιωματική αλήθεια ότι όλοι είμαστε ίσοι μπροστά στον Θάνατο.
     Σε κανέναν θνητό δε δόθηκε ποτέ το δικαίωμα να πάρει μια ζωή, να στερήσει μια ανάσα. Κι ωστόσο είναι κοινό μυστικό ότι οι σύγχρονες κοινωνίες απαντούν με μια βουβή ανοχή, που καθιστά τις ίδιες ένοχες για τη θανάτωση και τον βιασμό των παιδιών τους. Μα το κοράκι δε χάθηκε στη δύνη του χρόνου, και δεν του μέλει να απομακρυνθεί χωρίς να πάρει μαζί του το υπέρτατο τρόπαιο: την αδάμαστη απληστία του ανθρώπου που έκαψε το σπίτι του και λάβωσε βαθιά τη γη που του έδωσε ζωή.
               
«Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να ‘ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: “Ποτέ πια”, γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
“Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να ‘ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις”.
Μα το πουλί απάντησε: “Ποτέ από δω και πια”.»
Edgar Allan Poe – Το κοράκι


Ένα κοράκι βρίσκεται μέσα στον κάθε έναν από εμάς, και δεν είναι άλλο από την αληθινή, εβένινη φύση μας. Αυτή μας η φύση, που ενώ αγκαλιάζει τη Ζωή, επιθυμεί διακαώς να κοιτάξει και μέσα από τα μάτια του Θανάτου. Εκείνο είναι η κόλαση για τον εαυτό του, είναι ο δεσμώτης και ταυτόχρονα ο φορέας της ζωώδους θλίψης, του κτηνώδους πόθου μα και της γνώσης, που βασιλεύει κρυμμένη μέσα στον άνθρωπο. Εκείνο είναι η μορφή που έλαβε το απύθμενο μαύρο ώστε να μπορεί να μάχεται για την καθαρότητα του λευκού. Η συνεχής προσπάθεια απόρριψης και απόκρυψης του κορακιού μέσα μας είναι μια βολική ψευδαίσθηση και συνάμα μια αισθησιακή αλήθεια για τον λόγο που είμαστε ημιτελείς και δεν μπορούμε να πετάξουμε…