12.1.15

Για Μάσκες & Καθρέπτες

Για Μάσκες & Καθρέπτες

 Εμπνευσμένο από το διήγημα "Ο καθρέφτης και η μάσκα" του Jorge Luis Borges.

Εκεί, στην κόψη του λυκόφωτος,
στη λησμονιά της μνήμης των καιρών
ανθίζει η ύπαρξη του χρόνου,
τον λήθαργο νικώντας της τυφλωμένης ευτυχίας.

Σε όαση νεκρών, σε καταφύγιο ζωντανών
θα φτάσεις`
Καθρέπτες εννέα θα σ’ υποδεχτούν και μάσκες τρείς
- μία χρυσή, μια αργυρή, μια χάλκινη.

Τη χρυσή τη μάσκα αμέσως θα φορέσεις,
και μ’ αγωνία θα κοιτάξεις ψάχνοντας για τα μάτια σου
μέσα στον πρώτο – τον κοκάλινο – καθρέπτη,
κι έπειτα στους υπόλοιπους οκτώ`
Αλλά τα μάτια σου δεν θα τα βρεις.

Με την ασημένια μάσκα το πρόσωπο σου γρήγορα θα κρύψεις,
μα πια μήτε το σώμα σου θ’ αναγνωρίζεις στους καθρέπτες`
Κι έτσι τη χάλκινη με δύναμη στον τοίχο θα πετάξεις
χωρίς ν’ αντιλαμβάνεσαι πως τοίχος δεν υπάρχει εκεί.

Στιλέτο στολισμένο με πετράδια βαθυκόκκινα θ’ αδράξεις,
θα το βυθίσεις βίαια στην καρδιά σου
-  Μα πόνο δεν θα νιώσεις
κι αίμα δεν θ’ αναβλύσει απ’ την πληγή.

Θα φωνάξεις, θα κλάψεις, θα ουρλιάξεις,
Θα αλλάξεις, θα σωπάσεις
κι ύστερα θ’ αφεθείς σε μια σιγή απόκοσμη
που γαληνεύει την ψυχή.

Εκεί, στην κόψη του λυκόφωτος,
εκεί όπου αγκαλιάζονται ο Ήλιος με τη Σελήνη,
Εκεί θα φτάσεις και θ’ αναπαυτείς
γευόμενος της αναπόφευκτης ανυπαρξίας τη γλυκιά ηδονή.

Και μόνο τότε οι μάσκες θα εξαφανιστούν και οι καθρέπτες θα ραγίσουν. Μα εσύ δεν θα είσαι πια εκεί.