21.4.15

(Α)Γρύπας

(Α)Γρύπας


Ο κύκλος έχει κλείσει – Αλαλαγμός της  παγωνιάς
γεννάει στρόβιλο φωτιάς
κι ο Γρύπας με το χαραγμένο άλφα στα φτερά
γελά στη θέα του σταυρωμένου (ω)μέγα.
Μαργαριτάρια στιλβωμένα στην κόμη του από στάχυα
που συμμετρία άτακτη έπλεξε με βλαβερή στοργή,
κι έθρεψε μέσα σε διψασμένα σπλάχνα καραβιού,
χαρίζοντας της την αλμύρα του βυθού.

Τα δυο κοράκια απ’ το Βορρά στη ραχοκοκαλιά 
φωλιάζουν του ερμαφρόδιτου θηρίου,
θρηνώντας μυστικά για τη ραμμένη κόγχη
που έσπειρε τη θεϊκή αμαρτωλή μηλιά.
Ιπτάμενος συρμός πυρπόλησε τον αέρα –
τα δυο εβένινα πουλιά αρπάξανε μαργαριτάρια τρία
και μ’ έναν αλλόκοτο ελιγμό τ’ απόθεσαν

στου ακλόνητου φρουρού την πέτρινη ποδιά.

7.2.15

Sign of the Cross

Sign of the Cross


Με δίχως πρόσωπα παλιάτσοι παρελαύνουν -
δεμένα έχουν στην πλάτη τους φτερά φτιαγμένα από κερί,
πολύχρωμα φοράνε ρούχα γιορτινά 
κι ωστόσο πένθιμα βαδίζουν
πάνω σε χαρτοπόλεμο φτιαγμένο από λεπίδες,
που κάποτε ένα μικρό παιδί ονόμασε 'ελπίδες'.

Μαύρα πουλιά απ' τον ουρανό χαιρέκακα κοιτάζουν
τη θλιβερή αυτή παράδα των ανόητων και ξεπεσμένων ποιητών
και με το θάνατο προσμένουν να ευφρανθούν 
- θολώνοντας τα μάτια τους 
μ' έναν χυδαίο κορεσμό,
γλυκό κι εθιστικό το αίμα των παλιάτσων σαν κυλά.

Γιατί είν' οι παλιάτσοι Μετάληψη Όσια και Θεία,
το νέκταρ των παγανιστών κι η αμβροσία
και μία σαρκική χριστιανική θυσία, 
μια προσφορά που απ' άγρια βαφτίστηκε άγια, 
μια προσφορά 
στον πιο αιμοβόρο κι άγριο των γυάλινων Θεών:
τον αιματοβαμμένο κόκκινο σταυρό. 

12.1.15

Για Μάσκες & Καθρέπτες

Για Μάσκες & Καθρέπτες

 Εμπνευσμένο από το διήγημα "Ο καθρέφτης και η μάσκα" του Jorge Luis Borges.

Εκεί, στην κόψη του λυκόφωτος,
στη λησμονιά της μνήμης των καιρών
ανθίζει η ύπαρξη του χρόνου,
τον λήθαργο νικώντας της τυφλωμένης ευτυχίας.

Σε όαση νεκρών, σε καταφύγιο ζωντανών
θα φτάσεις`
Καθρέπτες εννέα θα σ’ υποδεχτούν και μάσκες τρείς
- μία χρυσή, μια αργυρή, μια χάλκινη.

Τη χρυσή τη μάσκα αμέσως θα φορέσεις,
και μ’ αγωνία θα κοιτάξεις ψάχνοντας για τα μάτια σου
μέσα στον πρώτο – τον κοκάλινο – καθρέπτη,
κι έπειτα στους υπόλοιπους οκτώ`
Αλλά τα μάτια σου δεν θα τα βρεις.

Με την ασημένια μάσκα το πρόσωπο σου γρήγορα θα κρύψεις,
μα πια μήτε το σώμα σου θ’ αναγνωρίζεις στους καθρέπτες`
Κι έτσι τη χάλκινη με δύναμη στον τοίχο θα πετάξεις
χωρίς ν’ αντιλαμβάνεσαι πως τοίχος δεν υπάρχει εκεί.

Στιλέτο στολισμένο με πετράδια βαθυκόκκινα θ’ αδράξεις,
θα το βυθίσεις βίαια στην καρδιά σου
-  Μα πόνο δεν θα νιώσεις
κι αίμα δεν θ’ αναβλύσει απ’ την πληγή.

Θα φωνάξεις, θα κλάψεις, θα ουρλιάξεις,
Θα αλλάξεις, θα σωπάσεις
κι ύστερα θ’ αφεθείς σε μια σιγή απόκοσμη
που γαληνεύει την ψυχή.

Εκεί, στην κόψη του λυκόφωτος,
εκεί όπου αγκαλιάζονται ο Ήλιος με τη Σελήνη,
Εκεί θα φτάσεις και θ’ αναπαυτείς
γευόμενος της αναπόφευκτης ανυπαρξίας τη γλυκιά ηδονή.

Και μόνο τότε οι μάσκες θα εξαφανιστούν και οι καθρέπτες θα ραγίσουν. Μα εσύ δεν θα είσαι πια εκεί.