Πύρινη Λαίλαπα
Τα ρόδα σπαράζαν γοερά
έτσι ως παραδόθηκαν στις φλόγες τις
αέναες της πλάσης,
που πνοή τους έδωσε κι ύστερα
πάλι τους την πήρε`
κι εσύ έβλεπες τον εαυτό σου στα μαραμένα πέταλα τους.
Στα ιδρωμένα μπράτσα τους σε
σήκωσαν μεθυσμένοι
-ο Διόνυσος κι ο Παν ο Μέγας,
καθώς μ’ ιερά μανία χόρευαν
γύρω απ’ την πυρά
μιας ύστατης θυσίας σαρκικής.
Με μάτια κενά κι απόκοσμα
αγνάντευες το λυκόφως
-που ως μεταξένιο σάβανο
μειλίχια τύλιγε τη νεκρική σιωπή
σου,
εκείνη που οι λύκοι σκέπαζαν
καθώς ουρλιάζαν.
Η Εύα -το αιώνιο θηλυκό της απαρχής
του κόσμου,
με χάρη το κορμί της λίκνιζε στο ημίφως
και μ’ όπιο σε πότιζε,
που ανάβλυζε γλυκό απ’ το γυμνό της
στήθος.
Δράκοντας αγέρωχος κι αήττητος
υψώθηκε στον αέρα,
τινάζοντας με δύναμη τ’ αγκαθωτά
φτερά του
κι οι φολίδες του –αδαμάντινες λάμψαν περήφανα
κάτω απ’ το ματωμένο ήλιο που
χανόταν.
Τα μάτια του, στο χρώμα της πορφύρας
καθρέπτιζαν τη λαίλαπα που
καταβρόχθιζε την ψυχή του
κι ανοίγοντας τα σαγόνια του –σε μια στιγμή βίαιης ηδονής
βρυχήθηκε
ο Πανδαμάτωρ Χρόνος.