Το βιολί
Κραυγή υπόκωφη και τρομερή
-τραγούδι
ενός κύκνου που πεθαίνει,
την
εύθραυστη ράγισε σιωπή
που
μ’ ευλάβεια πρόστυχη
σκέπαζε
τη γύμνια των καιρών.
Βιολί
αλαβάστρινο θρηνεί,
παίζοντας μια βουβή και λυπημένη παρτιτούρα
-ωδή στην ομορφιά του φεγγαριού,
που
ένας τυφλός έγραψε μουσικός
λίγο
προτού πεθάνει.
Με
δόντι δράκου χάραξε -στο ίδιο του το χέρι
τις
νότες για μια σύνθεση ιερή
και
στοιχειωμένη:
η
ομολογία εκείνου η στερνή,
η
λύτρωση για μια ψυχή βεβηλωμένη.
Αγέρωχο
απ’ την καταχνιά ξεπρόβαλε
το
φάντασμα του ήλιου-
‘κείνο
το πνεύμα το αρχέγονο
που
στους μυστήριους βασίλευε ουρανούς`
‘κείνο
το πνεύμα το περήφανο, τ’ αλύγιστο
που
δάκρυζε σαν άκουγε τη μελωδία του βιολιού.
