26.2.14

Το βιολί

Το βιολί


Κραυγή υπόκωφη και τρομερή
-τραγούδι ενός κύκνου που πεθαίνει,
την εύθραυστη ράγισε σιωπή
που μ’ ευλάβεια πρόστυχη
σκέπαζε τη γύμνια των καιρών.

Βιολί αλαβάστρινο θρηνεί,
παίζοντας μια βουβή και λυπημένη παρτιτούρα 
-ωδή στην ομορφιά του φεγγαριού,
που ένας τυφλός έγραψε μουσικός
λίγο προτού πεθάνει.

Με δόντι δράκου χάραξε -στο ίδιο του το χέρι
τις νότες για μια σύνθεση ιερή
και στοιχειωμένη:
η ομολογία εκείνου η στερνή,
η λύτρωση για μια ψυχή βεβηλωμένη.

Αγέρωχο απ’ την καταχνιά ξεπρόβαλε
το φάντασμα του ήλιου-
‘κείνο το πνεύμα το αρχέγονο
που στους μυστήριους βασίλευε ουρανούς`
‘κείνο το πνεύμα το περήφανο, τ’ αλύγιστο
που δάκρυζε σαν άκουγε τη μελωδία του βιολιού.