17.9.12

γαλάζια μάτια

Μία βάναυση κωμωδία διεφθαρμένης ευγένειας με θεατές εύθραυστα πορσελάνινα ειδώλια.
Κι ένα μιούζικαλ παρακμής, και παγωμένες ορχήστρες. Μία κρυστάλλινη ραχοκοκκαλιά, κάθετη κραυγή, ένα βογκητό λύκου που τυφλώθηκε. 

Μία βροχερή μέρα του μουντού Σεπτέμβρη,ένα βιβλίο ξεχασμένο σ'ένα ράφι, ποιήματα παρηκμασμένου ποιητή. Μια ζωγραφιά ενός παιδιού σ'ένα φθαρμένο απ'τον χρόνο κάδρο, γυρισμένο ανάποδα πάνω σ'ένα έπιπλο. 

Κι αυτή η χαίτη, τόσο ανέμελη στο πρωινό αεράκι, μα άτσαλα κομμένη, υπερτιμημένη περηφάνια ενός κόσμου που ξέχασε τι θα πει ελευθερία. Και τα μάτια, αυτά τα γαλάζια μάτια που θυμίζουν το μεγαλείο ενός αρχαίου βασιλικού ουράνιου θόλου. Γαλάζια κι αμείλικτα, και τόσο ψυχρά, σαν λίμνη που μόλις έχει ξεπαγώσει. Και σκληρά, σκληρά σαν διαμάντια, κι ακόμη πιο πολύ.

Άδεια πόλη, και μια ολόλευκη γάτα, απαλή σαν τη χροιά τεχνητής φωνής, μα τόσο αληθινή. Περπατάει αθόρυβα και μαλακά. Μια φωνή που πλανιέται σαν άδικη κατάρα στη μολυσμένη ατμόσφαιρα, μουντή και παραπονεμένη. Ένα περιστέρι που ξέχασε πως να πετάει, κι ένα κοράκι καταδικασμένο να σπέρνει τον τρόμο. Κατάλοιπα ενός πανάκριβου αρώματος που άρχισαν να ξεθωριάζουν. Η μυρωδιά ενός καμένου ονείρου που σε κάνει να λησμονείς, να λησμονείς τη ζωή και τον ήλιο, ένας θρύλος που σιγά σιγά σβήνει. Σβήνει κι αργοπεθαίνει.

Χέρια δυνατά σαν την καρδιά που κάποτε τα εξουσίαζε. Δύναμη ανεξέλεγκτη, κι ένα σπασμένο μπουκάλι κονιάκ. Κοφτερά θραύσματα από γυαλί, που σου τρυπούν' την ψυχή, όπως κι η αιχμηρή βουβή πραγματικότητα. Φαρδιές πλάτες και μία νεκρή γιγάντια φιγούρα, μαύρη σαν τον οψιδιανό, απ'τον οποίο θα μπορούσε να'ταν φτιαγμένη. 

Άηχες νότες κι ένα χυδαίο τραγούδι με ανύπαρκτους στίχους. Ικεσίες και προσευχές προς έναν ανύπαρκτο Θεό, και κατασκευασμένες αποκρίσεις. Λέξεις ανείπωτες και παρτιτούρες που ποτέ δεν έγιναν γνωστές. Ψεύτικα λόγια, ψεύτικες πράξεις, ψεύτικα χαμόγελα, ψεύτικα δάκρυα, ψεύτικος κόσμος...

Μια ανυπότακτη σιωπή μέσα στο κεφάλι του. Κι έπειτα φωνές, φωνές απόκοσμες, σαν από ορδές απέθαντων πνευμάτων. Συνθέσεις φαντασμάτων, και μια επαναλαμβανόμενη μουσική, σε άγνωστη διάλεκτο. Ο δεσμώτης των σκιών κλείνει τα γαλάζια του μάτια και βυθίζεται σ'έναν ύπνο φωτεινό, που έρχεται σε αντίθεση με τις σκούρες αποχρώσεις της ζωής του. Καθαρό λευκό, και όνειρα προερχόμενα κατευθείαν απ'την καρδιά του. Μια καρδία της οποίας η ύπαρξη έχει ξεχαστεί, της οποίας το όνομα έχει σβήσει στο βάθος του χρόνου..

Μια αδικημένη ύπαρξη, φυλακισμένη πίσω από τις μπάρες της ψυχωτικής φυλακής, που ο ίδιος έχει πλάσει για τον εαυτό του, σε μια προσπάθεια να προφυλαχθεί απ'την βροχή που τον καίει. Μία βροχή με πολύχρωμες, μα και ασπρόμαυρες σταγόνες. Μια βροχή συναισθημάτων, ο μεγαλύτερος φόβος του, η μόνη του σωτηρία. Τα ερμητικά κλειστά του χείλη ανοίγουν, και σιγά σιγά αρχίζει να σιγοτραγουδάει. Να σιγοτραγουδάει μια μελωδία βγαλμένη απευθείας από τον κόσμο της παράνοιας, μια μελωδία που λίγοι πια μπορούν να προφέρουν, μια μελωδία που κανείς μπορεί πια ν'ακούσει μονάχα αν δώσει βάση στο υπόκωφο παραμιλητό του.