26.9.12

άγρια ομορφιά

Δεν είναι που με τρελαίνει η σάπια διχρωμία του κόσμου σας, ούτε η παγωμένη, κρυστάλλινη κορόνα που στεφανώνει την κάθε καρδιά, από καιρό νεκρή, έπειτα από απαίτηση μιας αρρωστημένης κοινωνίας. Δεν είναι τα παρηκμασμένα κάστρα της ψυχής σας ή τα ξεθωριασμένα λάβαρα της περηφάνιας σας.

Είναι που με πονάει το βλέμμα εκείνου του κατάμαυρου πουλιού, μισοτελειωμένο έργο τέχνης, άτεχνης τέχνης για πολλούς. Είναι εκείνο το διάφανο παράπονο στα μάτια του, που σιγά σιγά υιοθετεί τα χρώματα του κενού. Είναι εκείνη η έκδηλη απροσωπία του, που τόσο σκόπιμα αποτυπώθηκε πάνω στον καμβά. Είναι εκείνο το μοναχικό κοράκι που ήθελε να μοιάσει στους κύκνους. Εκείνο το πλάσμα που τόσο βίαια του'κοψαν τα φτερά. 

Εκείνο το πουλί που διέταξαν να παγώσει προτού προλάβει να πετάξει.
Κι εκεί ξεχασμένο σ'ένα σκονισμένο ατελιέ κάποιου τρελού ζωγράφου, καθηλωμένο εκεί, να ποτίζει ως το μεδούλι της ψυχής του με την κάπνα των αμέτρητων τσιγάρων, των αμέτρητων "τελευταίων" τσιγάρων. Είναι η αποστροφή του δικού του καλλιτέχνη που το δένει τόσο σφιχτά, μ'αόρατα δεσμά σ'εκείνο το κλαδί που ποτέ δεν σχεδίασαν πολυχρησημοποιημένα πινέλα. Κι είναι το έντονα μαύρο χρώμα το, που ποτέ δεν βρήκε λευκό για να ζευγαρώσει, εκείνο το χρώμα που στέγνωσε ξανά και ξανά και ξανά..

Το ράμφος του που ουδέποτε τόλμησε ν'ανοίξει, εκείνο είναι που το παρασέρνει στην αφάνεια. Κάτω από ένα λεκιασμένο πανί, το κοράκι καραδοκεί για ένα αληθινό βλέμμα, μια σταθερή ματιά που ποτέ δεν θα φτάσει, ποτέ δεν θ'αγγίξει το στιλπνό του φτέρωμα, και ποτέ δεν θα χαϊδέψει την ψυχή του απ'άκρη σ'άκρη.
Κι όταν το σκληρό, απόλυτο λευκό το διαπεράσει τόσο άγρια, για να μην αφήσει τίποτα να μαρτυρά την ξεχασμένη παρουσία του, ακόμη και τότε, τίποτε δεν θα το ελευθερώσει για να μπορέσει να βρεθεί για μια φορά στον ουρανό, για να μπορέσει να πετάξει. Ακόμη κι όταν τη θέση του θα πάρει το τέλειο, αψεγάδιαστο πρόσωπο, η μάσκα που φοράν' τώρα πια τα νιάτα, ακόμη και τότε το κοράκι θα μείνει καθηλωμένο στο ανύπαρκτο κλαδί του, ανήμπορο να τραγουδήσει το ανήκουστο τραγούδι του.

"Γιατί το σκοτώνεις, τι κατάλαβες? Ζήλεψες την ελεύθερη φύση του και θέλησες να την φυλακίσεις στο δικό σου κορμί? Μα δεν τα κατάφερες. Λυπάμαι, ποτέ δεν θα κατανοήσεις τη δύναμη του, και ποτέ δεν θα μπορέσεις να του την κλέψεις. Λυπάμαι."


Μα όταν το τεχνητό πλατύ χαμόγελο απλωθεί εκεί όπου κάποτε σχηματιζόταν δύο μάτια άγριας ομορφιάς, τότε μια διαπεραστική κραυγή διαλύει την απόλυτη σιγή, την σπάει σε δισεκατομμύρια κομμάτια και την σκορπίζει στο βρώμικο πάτωμα...μονάχα για ένα δευτερόλεπτο πριν εκείνη ξαναεμφανιστεί, πιο νεκρική απο ποτέ..