13.9.12

Μεταμφιεσμένος χορευτής

Τη μία γεμάτη ζωντάνια και την άλλη τόσο ψυχρή και άψυχή. Είναι τόσο τραγική η ειρωνεία αυτού του κόσμου. Ένα παράφωνο κουαρτέτο της ζωής και του θανάτου, του πόνου και της αδράνειας.
Και μαζί ένας χορευτής, σαν σκελετός ξεχασμένος στο αμπάρι ενός πλοίου. Μια κραυγή υπόκωφη, ένας κρότος στο σκοτάδι. 
Και σκιές, σκιές δίχως φως. Με χαμόγελα ως τ'αυτιά, και μάτια κοκκινισμένα από τον καπνό, τόσο κενά και άδεια, αραχνιασμένος πάτος ενός πηγαδιού που έχει στερέψει. Απόκοσμος θίασος, απεσταλμένος της νύχτας. Φίδι στην αρπάγη του κορακιού, κύκνος στο αποκορύφωμα του τραγουδιού του.

Κι είναι τα μάτια μας μονάχα ικανά να μας γελάνε, γελωτοποιοί στην αυλή ενός ανύπαρκτου βασιλιά. 
Γέλιο εξαναγκαστικό, μία καταγραφή δίχως μελάνι στο κενό, ονόματα γραμμένα με αίμα, καλυμμένα με σάρκα, πρωταγωνιστές σ'ένα χυδαίο ιντερμέτζο μιας ξεχασμένης θεατρικής παράστασης.
Διάλογοι τόσο βουβοί, μα και τόσο έντονοι. Λέξεις σε μια νεκρή διάλεκτο, παρείσακτοι που πλανιούνται τόσο βαριά στην ήδη αποπνικτική αύρα των ανθρώπων. Μονόλογοι ενός τρελού σε σπαστά αγγλικά. Ποιήματα ενός ορφανού, γραμμένα στο χλωμό φως του καντηλιού, μια νύχτα που το φεγγάρι μάτωσε. Και μια απλή φράση κυριαρχεί, σαν ιαχή πολέμου:

"Μη σωπαίνεις, είναι ύπουλη η σιωπή!"


Ένας πυροβολισμός που ακούστηκε από μακρυά, κι έσβησε πέφτοντας με φόρα στην αγκαλιά της απομόνωσης. Μια κραυγή κι ένα ανέκφραστο πρόσωπο, μια μορφή φτιαγμένη υπό την ανέχεια του μαστιγίου, σώμα που βούλιαξε στο νερό μα ξαναβγήκε όταν η ώρα έφτασε για τα κύματα να ξεσπάσουν. Ένα σώμα δίχως ρωγμές, πορσελάνινη κούκλα που τελικά απέκτησε βούληση. Μάτια ογκώδη, και σκοτεινά, καθρέπτες μιας ανύπαρκτης εικόνας, ζωγραφισμένη από το χέρι μιας κοινωνίας της θηριωδίας και του όπιου. 

Μια λάμπα που τρεμοσβήνει, κι ένα μπαλόνι που ξέφυγε από κάποιο παιδί. Μια σύριγγα πεταμένη σ'ένα κακόφημο δρομάκι κι ένα συντριβάνι χωρίς νερό. Μια σειρήνα ενός παλιού περιπολικού που κάπου ξεψυχά, κι έπειτα ησυχία, μια απειλητική εκκωφαντική ησυχία, η αρχή μιας ακόμη μέρας πριν την αυγή.

Ένας παινεμένος μουσικός που ξέχασε τις νότες, κι ένα βιολί με χορδές τα κατάμαυρα μαλλιά μιας Βαλκυρίας, Γοργός βηματισμός, και σταθερά ανέκφραστο βλέμμα, μία θύελλα που έχει ξεχάσει ν'αρχίσει, και πλέον θυμήθηκε το ρόλο της, έστω καθυστερημένα, σε μια κακογραμμένη παράσταση.

Η φιγούρα συνεχίζει να κινείται, κι οι λάμπες του δρόμου αρνούνται να τη φωτίσουν. Μια ακαθόριστη , σκοτεινή μορφή, ένα σκίτσο που δεν ικανοποίησε το δημιουργό του. Μια ακατανόητη δύναμη, καλά κρυμμένη πίσω από ένα θλιβερά αστείο παρουσιαστικό. Ένα πρώτο ίχνος αντίδρασης διαγράφεται σε μια μάσκα που αποδείχτηκε υπερβολικά ανθεκτική, και δυο γροθιές καλυμμένες από τα μακρυά μανίκια ενός συνθετικού δερμάτινου παλτού, τόσο σφιχτές, ώστε οι κόμποι των δαχτύλων του έχουν ασπρίσει, μία λευκή πινελιά σ'ένα κατάμαυρο σύνολο. 
Κομμένες ξανθές μπούκλες που θα έδειχναν εντυπωσιακές, κι ένα βιαστικά σβησμένο τσιγάρο. Βανδαλισμένα κτήρια σε σκοτεινά σοκάκια κι απομεινάρια άλλοτε πανέμορφων κήπων. Παρακμή και μιζέρια, δυο λέξεις, δυο έννοιες, μία πραγματικότητα.
Αθόρυβα βήματα, κοφτές ανάσες, κι ένας μεταμφιεσμένος χορευτής. Και μετά τίποτα, μία παύση μέσα στην αδιαφορία της ασχήμιας.

"Υπομονη."